​Ούτε ευρώ στους συμβασιούχους που εργάζονταν καλύπτοντας πάγιες και διαρκείς ανάγκες δεν επιδικάζει πλέον ο Αρειος Πάγος σε μια θεαματική στροφή με βάση την μέχρι σήμερα νομολογία του.

Μέχρι σήμερα το Ανώτατο Δικαστήριο της χώρας , κατά πάγια νομολογία, με εκατοντάδες αποφάσεις του , δικαίωνε εργαζόμενους του δημοσίου τομέα με διαδοχικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου ή συμβάσεις μίσθωσης έργου (συμβασιούχοι) , οι οποίοι κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εργοδότη τους, και τους επιδίκαζε δεδουλευμένες αποδοχές τους χωρίς ταυτόχρονα βέβαια να τους μονιμοποιεί.

Δηλαδή οι αρεπαγίτες θεωρούσαν πως ο ορθός χαρακτηρισμός της σχεσης εργασίας ηταν άλλος από αυτό του συμβασιούχου και τους επιδίκαζαν τις αποδοχές του διαστήματος που οι συμβασιούχοι εργάστηκαν χωρίς να αμειφθούν (επιπλεον) για την εργασία τους αυτή, καθώς και τα δώρα Χριστουγέννων και Πάσχα και το επίδομα αδείας, συν τους νόμιμους τόκους υπερημερίας.

ΑΛΛΑΓΗ ΚΑΤΕΥΘΥΝΣΗΣ

Σε μια εντυπωσιακή αλλαγή στάσης οι αρεοπαγίτες του Β1 Εργατικού Τμήματος του Αρείου Πάγου (με προεδρεύοντα τον αρεοπαγίτη Ανδρέα Δουλγεράκη και μέλη τους Νικόλαο Λεοντή, Νικόλαο Πάσσο, Μιχαήλ Αυγουλέα, Χρήστο Βρυώνη (εισηγητής) και Γεώργιο Αναστασάκο) έκριναν ότι, εφόσον οι συμβάσεις που κατήρτιζαν οι συμβασιούχοι θεωρούνταν άκυρες και λειτουργούσαν ως απλές σχέσεις εργασίας, οι εργαζόμενοι αυτοί δεν δικαιούνται ούτε ένα ευρώ για την εργασία που επί μήνες ή και έτη προσέφεραν. Γιαυτό και απέρριψαν τις αγωγές δέκα μουσικών της φιλαρμονικής του Δήμου Αθηναίων που ειχαν εργαστεί με διαδοχικές ανανεούμενες συμβάσεις μίσθωσης έργου.

Ο Αρειος Πάγος, στην υπ’ αριθμ. 401/2015 απόφασή του, επικαλείται τις νομοθετικές εκείνες διατάξεις (νόμοι 2190/1994 και 2527/1997) που προβλέπουν ότι οι Δήμοι, κ.λπ. με τη λήξη της πρώτης σύμβασης ορισμένου χρόνου ή έργου πρέπει να σταματήσουν να καταβάλλουν τις αποδοχές αλλιώς θα καταλογίζονται στους Δημάρχους, ενώ παράλληλα θα διώκονται και για παράβαση καθήκοντος.

Και αυτό γιατί «η εργασία που προσφέρεται κατά παράβαση νομοθετικών διατάξεων απαγορεύεται απόλυτα από το νόμο και τέτοια δεν δημιουργεί καμία αξίωση αμοιβής, αφού σε καμία περίπτωση δεν θα μπορούσε να είναι έγκυρη και ειδικότερα δεν δημιουργεί αξίωση ούτε από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, αφού τέτοιος πλουτισμός δεν προκύπτει για τον εργοδότη».