​Με το στόμα ανοιχτό έμειναν οι ��στυνομικοί που ανέκριναν τον πατέρα της Άννυ, όταν άκουσαν τον 27χρονο Σάββα Μπακαρτζίεφ να δηλώνει «καλοπληρωμένος ζιγκολό».

«Έχω κάνει έρωτα με πολλούς επώνυμους της σόου μπιζ και του χώρου της μόδας. Κοιμήθηκα με δύο μόδιστρους και έναν γνωστό κομμωτή. Τους αναγνώρισα μετά, όταν τους είδα στα κανάλια. Μου έδιναν πολύ καλά λεφτά. Είχα πάρει 100-200 ευρώ την κάθε φορά από αυτούς», ισχυρίστηκε ο πα-τέρας της άτυχης Άννυ, κατά τη διάρκεια των διαδοχικών και πολύωρων ανακρίσεων, όπως γράφει ο "Ελεύθερος Τύπος της Κυριακής".

Ο άνθρωπος, ο οποίος συγκλόνισε το πανελλήνιο με τη φρικαλεότητα των πράξεων του πάνω στην 4χρονη κόρη του, υποστήριξε πως γνώριζε ακόμη και τους... δολοφόνους του 83χρονου γνωστού συγγραφέα Μένη Κουμανταρέα, οι οποίοι σύχναζαν στα ίδια γκέι μπαρ, όπως και εκείνος, αναζητώντας «πελάτες».

Ο πα-τέρας, ο οποίος δηλώνει με θράσος μέσα από την φυλακή ότι είναι αθώος και ότι «όλα όσα λένε είναι μ@λ@κίες», αποδίδοντας τις ευθύνες για τον θάνατο και τον τεμαχισμό του παιδιού του, στον φίλο του Βούλγαρο Νικολάι, επιχείρησε σύμφωνα με τους αστυνομικούς, να τους μπερδέψει και να τους αποπροσανατολίσει, στρέφοντας την απολογία του σε... ροζ αποκαλύψεις.

Όπως είπε ο 27χρονος στους αστυνομικούς, πριν γνωρίσει την μητέρα της Άννυ, Δημητρίνα Μπορίσοβα, σύχναζε σε γκέι μπαρ των Κάτω Πατησίων, προσφέροντας έναντι αμοιβής τις ερωτικές υπηρεσίες του στους επώνυμους θαμώνες των καταστημάτων, που ζητούσαν την «παρέα» του.

Μάλιστα, σύμφωνα με την εφημερίδα, ο ίδιος υποστήριξε ότι σε αυτά τα στέκια, είχε γνωρίσει τον 25χρονο Stefan Matasareanu και τον 29χρονο Cosmin Gaitan, οι οποίοι δολοφόνησαν τον 83χρονο συγγραφέα Μένη Κουμανταρέα, στις 5 Δεκεμβρίου 2014 μέσα στο σπίτι του, στην οδό Ζακύνθου στην Κυψέλη. Τους αναγνώρισε, όπως είπε στους αστυνομικούς, από τις φωτογραφίες τους, που είχαν δει το φως της δημοσιότητας μετά τη σύλληψή τους, αποφεύγοντας να πει, αν γνώριζε και τον συγγραφέα.

Παρά τις προσπάθειες του Σάββα να κρύψει την αλήθεια με ροζ κουτσομπολιά, οι αστυνομικοί δεν «μάσησαν», δεν ξέφυγαν από τον κυρίαρχο στόχο εντοπισμού του παιδιού, και όταν διαπίστωσαν ότι αυτός ήταν αδύνατος, επεδίωξαν εντονότερα την εξιχνίαση της υπόθεσης και την όσο το δυνατόν μεγαλύτερη στοιχειοθέτησή της, παρά τον περιορισμένο χρόνο που είχαν στη διάθεσή τους.

Από αυτούς τους ισχυρισμούς των ερωτικών περιπετειών του 27χρονου, το μόνο που είχαν διαπιστώσει οι αστυνομικοί κατά τη διάρκεια της έρευνας, ήταν πως πράγματι ήταν τακτικός θαμώνας γκέι μπαρ του κέντρου της Αθήνας, και μάλιστα καλοπληρωμένος ζιγκολό ομοφυλόφιλων.

Ένας «φίλος» του, είχε καταθέσει στους αστυνομικούς πως είχε γνωριστεί με τον «Σάββα» το 2007, μέσω της... τραβεστί «Ρόζα», κοινή γνωστή τους, και έγιναν «ζευγάρι» από το 2008 έως το 2010, όταν φαίνεται να γνώρισε τη Δημητρίνα Μπορίσοβα.

Μετά την εξιχνίαση της υπόθεσης, οι αστυνομικοί ερευνώντας αυτούς τους ροζ ισχυρισμούς αποπροσανατολισμού, που ξεστόμιζε ο κυνικός δολοφόνος του παιδιού του, ήρθαν αντιμέτωποι με πληροφορίες, που επιβεβαίωναν σε μεγάλο βαθμό αυτά που έλεγε ο Σάββας.

Ο πα-τέρας της Άννυ και οι δολοφόνοι του Μένη Κουμανταρέα

menis.jpg
Μένης Κουμανταρέας

Αν και η υπόθεση της Άννυ, δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να συγκριθεί με αυτή του Μένη Κουμανταρέα, οι αξιω��ατικοί της ΕΛ.ΑΣ. βλέπουν κοινά στοιχεία στα προσωπικά χαρακτηριστικά των δραστών των δύο υποθέσεων.

Τόσο ο πα-τέρας και δολοφόνος της Άννυ, όσο και οι δολοφόνοι του συγγραφέα έδειξαν την απαξία τους για την ανθρώπινη ζωή, ενώ και τα κίνητρα των πράξεών τους, για διαφορετικούς λόγους στην κάθε περίπτωση, ήταν οικονομικά.

Ο Σάββας εξαφάνισε αποτρόπαια το παιδί του, φοβούμενος ότι θα έχανε τη Δημητρίνα που εκδιδόταν προσφέροντας οικονομικά στην καλή ζωή του και την αγορά ναρκωτικών ουσιών, ενώ είχε και «χορηγούς». Οι Stefan και Cosmin (συνεργός στο έγκλημα), και κυρίως ο πρώτος, δεν δίστασε να σκοτώσει τον επί μία τουλάχιστον 10ετία «ευεργέτη» του, για να του πάρει με τη βία τις 200.000 ευρώ από την αγοραπωλησία ακινήτου. Ο Stefan επεδίωκε έντονα την καλή ζωή, γρήγορα, με την εξοικονόμηση χρηματικών ποσών που ήθελε να αντλήσει από τον 83χρονο συγγραφέα, που αντιδρούσε στις προθέσεις του.

Ο Σάββας, μετά τα όσα έκανε στο παιδί του, έπινε τον καφέ του, πρωί και απόγευμα, σε ίντερνετ καφέ, ενώ ενδιάμεσα έκανε αγορές ρουχισμού και δώρων σε εμπορικά κέντρα της Αθήνας.

Ο Stefan, μετά την πράξη του προέβη σε αγορές μοντέρνων ρούχων, γυρνούσε σε μεγάλα εμπορικά κέντρα της Αττικής και χωρίς τύψεις, ξεκίνησε την έντονη κοινωνική ζωή, γλεντώντας σε μεγάλα κλαμπ της πρωτεύουσας. Είναι χαρακτηριστικό ότι δύο ημέρες πριν από τη σύλληψή του διασκέδαζε μέχρι πρωίας σε γνωστό κέντρο διασκέδασης στο Γκάζι.