​Ήσουν όμορφη, γλυκιά, με βλέμμα που έβγαζε σπίθες, πανέξυπνη είπαν κάποιοι από τους γείτονές σου, αλλά ήσουν άτυχη. Ήρθες για να αλλάξεις τη ζωή των γονιών σου που είχε πάρει τον δρόμο της καταστροφής. Εκείνοι όμως δεν άρπαξαν την ευκαιρία να αλλάξουν ζωή για εκείνους και για σένα.

Η μάνα σου σε γέννησε και μετά σε παράτησε στον παππού και στην γιαγιά. Ίσως τελικά αυτό να ήταν και η υπέρτατη πράξη αγάπης για εσένα, το σπλάχνο της. Ίσως μέσα στην σκοτεινιά των ναρκωτικών, της πορνείας, της αδιέξοδης σχέσης, της έλλειψης στήριξης και αγάπης να βρέθηκε μια στιγμή διαύγειας στην οποία κατάλαβε ότι δεν είναι καλό για σένα να μείνεις μαζί της.

Όμως τον περασμένο Φεβρουάριο αποφάσισε να σε πάρει μαζί της. Να μείνεις μαζί με την μαμά και τον μπαμπά. Κι εσύ πέταξες από τη χαρά σου… Νόμιζες ότι όλα θα είναι υπέροχα μαζί τους μετά από τόσο καιρό που τους στερήθηκες. Σκούπιζες τα δάκρυα του παππού που δεν μπορούσε να σε αποχωριστεί, σαν να ήξερε ότι το κακό δεν θα αργήσει να έρθει.

Προσπάθησες να φωτίσεις την σκοτεινή ζωή της μαμάς και του μπαμπά. Όμως το υγρό και ανήλιαγο υπόγειο που έγινε ο τόπος της θυσίας σου ρούφηξε την ομορφιά σου.

Τα γέλια σου έγιναν ουρλιαχτά, τα τραγούδια σου κλάματα γοερά, τα σπινθηροβόλα μάτια σου θόλωσαν, γέμισαν φόβο και απόγνωση.
Και τι μπορούσες να κάνεις; Ήσουν μόνο 4 ετών. Φώναζες στον παππού μέσα από το τηλέφωνο να σε πάρει πίσω. Ποιος δίνει σημασία όμως σε ένα τετράχρονο παιδάκι;

Όλοι άκουγαν τα κλάματά σου. Όσο χοντροί κι αν ήταν οι τοίχοι του υπογείου της Μ. Βόδα, όλοι ήξεραν ότι ζούσες ένα μαρτύριο. Δεν βρέθηκε όμως ένας «γενναίος» να πάρει τηλέφωνο τις αρμόδιες υπηρεσίες και να προειδοποιήσει για τον κίνδυνο.

Πώς γίνεται να ακούς ένα μικρό παιδί να ουρλιάζει και να μην κάνεις τίποτα; Πώς γίνεται να το ακούς να κλαίει συνέχεια, κάθε μέρα και παρ’ όλ’ αυτά να γυρνάς το βλέμμα από την άλλη και να φεύγεις μακριά;

Άννυ θα έπρεπε να ζεις… Θα έπρεπε να πηγαίνεις στην παιδική χαρά και να παίζεις με τα άλλα παιδιά. Θα έπρεπε να τρως παγωτά, να βλέπεις κινούμενα σχέδια, να ακούς μουσική, να πηγαίνεις σχολείο, να έχεις φίλες, να γελάς, να είναι πλημμυρισμένη η ζωή σου με χάδια, φιλιά, αγκαλιές.

Όμως είσαι νεκρή, από τα χέρια του πατέρα σου και είχες έναν θάνατο βασανιστικό, φρικτό, που οι λεπτομέρειές του με κάνουν να θέλω να ��γάλω τα σωθικά μου από αηδία, πόνο και ανατριχίλα.

Για τον άγριο θάνατό σου δεν φταίνε μόνο οι γονείς σου. Φταίμε όλοι. Φταίνε εκείνοι που ήξεραν και δεν έκαναν τίποτα. Θα έπρεπε να σε προστατέψουν, θα έπρεπε τώρα να είσαι σε μια ζεστή αγκαλιά, μακριά από αυτούς που σου χάρισαν τη ζωή. Θα έπρεπε να μεγαλώσεις, να ανοίξεις τα φτερά σου, να κάνεις όνειρα και να πετάξεις για να τα φτάσεις.

Τόσα θα και τόσα πρέπει που πλέον δεν έχουν κανένα νόημα. Είσαι νεκρή και κανείς δεν ενδιαφέρθηκε να σε κρατήσει στη ζωή αν και έβλεπε το κακό τέλος.

«Μαμά πέθανε και η Άννυ; Όλοι πεθαίνουν, όπως ο Βαγγέλης», μου είπε ο 4χρονος γιος μου γεμάτος απορία και θυμό. Τι να του απαντήσω;

Μόνο μια ευχή έχω. Να μην υπάρξει άλλη Άννυ. Να σταματήσουμε να κλείνουμε τα μάτια μπροστά στον κίνδυνο. Να πάρουμε θέση. Η Άννυ δεν ήταν η πρώτη και δυστυχώς ούτε και η τελευταία… Ας μην μοιάσουμε λοιπόν στο τέρας που εμφανίστηκε μπροστά μας. Ας κάνουμε τα πάντα για να το νικήσουμε. Υπερασπίσου το παιδί…γιατί αν γλιτώσει το παιδί, υπάρχει ελπίδα.

Ευαγγελία Ντούρου