​Μια απόφαση-κόλαφο έλαβε ο Άρειος Πάγος, ο οποίος υποχρεώνει έναν μαιευτήρα-γυναικολόγο, να καταβάλλει το ποσό των 584.400 ευρώ, στους συγγενείς μια 32χρονης μητέρας δύο παιδιών, η οποία απεβίωσε λίγο πριν φέρει στον κόσμο το τρίτο της παιδί, έπειτα από λάθος του γυναικολόγου ο οποίος κα την παρακολουθούσε κατά την διάρκεια της εγκυμοσύνης.

Όπως αναφέρεται στην δικαστική απόφαση, ο γιατρός οφείλει να καταβάλλει το ποσό του μισού εκατομμυρίου ευρώ στους συγγενείς της άτυχης γυναίκας, λόγω της ψυχικής οδύνης που υπέστησαν από τον θάνατό της.

ΤΟ ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΤΗΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ:

Όλα ξεκίνησαν τον Ιούλιο του 2001 όταν η 32χρονη επίτοκος πήγε σε ιδιωτική κλινική συνοδευόμενη από τον σύζυγο της για να γεννήσει το τρίτο της παιδί.

Ο γιατρός που την παρακολουθούσε της χορήγησε κολπικό δισκίο προσταγλαδίνης για την πρόκληση τεχνητών ωδίνων τοκετού και της επέτρεψε να πάει στην οικία της στο χωριό της, το οποίο ήταν σε απόσταση 32 χλμ, και να επανέλθει μετά την έναρξη των ωδίνων.

Την ίδια ημέρα άρχισαν οι ωδίνες και η επίτοκος συνοδευόμενη από τον σύζυγό της έφθασε στην κλινική και την υποδέχθηκε η νοσηλεύτρια και αφού της χορηγήθηκε σε ενέσιμη μορφή μια αμπούλα buscopan, ως σπασμολυτικό του τραχήλου της μήτρας και της τοποθετήθηκε ορός desctrose 1.000 ml από τον αναισθησιολόγο κατέφθασε και ο γιατρός που την παρακολουθούσε.

Όμως, η κατάσταση της υγείας της επιτόκου επιδεινώθηκε ραγδαία, αφού άρχισε να εμφανίζει έντονη δύσπνοια, κυάνωση και σπασμούς κυρίως των μασητικών μυών.

Παρά τις προσπάθειες του θεράποντα γιατρού, ο οποίος με τη συνδρομή του αναισθησιολόγου αλλά και του μαιευτήρα, της χορήγησε οξυγόνο, το αρνητικό κλίμα δεν αναστράφηκε και τη μετέφεραν στο χειρουργείο της κλινικής, όπου την διασωλήνωσαν. Η κατάσταση της επιτόκου χειροτέρευσε και άρχισε να εμφανίζει αρτηριακή πίεση μη μετρούμενη.

Λόγω της κρισιμότητας της κατάστασής της μεταφέρθηκε διασωληνωμένη στο Γενικό Νοσοκομε��ο Καρδίτσας, όπου διαπιστώθηκε ο θάνατός της.

Σύμφωνα με την δικαστική απόφαση, αποδείχθηκε ότι ο θάνατος προκλήθηκε από ολιγαιμικό σοκ, εξαιτίας εσωτερικής αιμορραγίας από κεντρική αποκόλλ��ση του πλακούντος που εκδηλώθηκε ικανό χρόνο πριν να πέσει η επίτοκος σε κώμα κάτι που δεν διαγνώσθηκε από τον θεράποντα γιατρό ώστε να αντιμετωπιστεί έγκαιρα.

Σύμφωνα πάντα κατά την δικαστική απόφαση, ο επίμαχος γυναικολόγος ήταν ο υπαίτιος του θανάτου της επιτόκου , γιατί «από έλλειψη της προσοχής, την οποία όφειλε από τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, όπως ένας μέσος ευσυνείδητος ιατρός της ειδικότητάς του που δρα υπό τις ίδιες συνθήκες και κατά παράβαση των διδαγμάτων της ιατρικής επιστήμης και της κτηθείσας πείρας του, ενώ χορήγησε στην επίτοκο κολπικό δισκίο προσταγλαδίνης για την πρόκληση τεχνητών ωδίνων τοκετού, το οποίο δημιουργεί συσπάσεις στη μήτρα, της επέτρεψε να αναχωρήσει για την οικία της, στο ��ρεινό χωριό, το οποίο απέχει 35 χιλιόμετρα από την Καρδίτσα».

«Ακόμη», αναφέρεται στην δικαστική απόφαση, «ενώ η επίτοκος, η οποία είχε εμπειρία, λόγω προηγηθέντων δύο τοκετών, του διαμαρτυρήθηκε αρχικά όταν την εξέτασε πρώτη φορά ο επίμαχος γιατρός, για έντονους και συνεχείς πόνους στην κοιλιά, διαφορετικούς από τους άλλους δύο τοκετούς της. Στη συνέχεια κατά την δεύτερη εξέταση διαμαρτυρήθηκε επιπλέον και για δύσπνοια και μούδιασμα στα χέρια, ζητώντας ανήσυχη και επίμονα τη βοήθειά του, δεν έλαβε σοβαρά υπόψη του τις διαμαρτυρίες της και δεν προέβη σε ενδελεχή και επισταμένη εξέταση αυτής, χρησιμοποιώντας και όλα τα ενδεδειγμένα για την περίσταση μέσα διάγνωσης».

Η δικαστική απόφαση καταλήγει ότι ο επίμαχος γιατρός, παρά την ύπαρξη των ανησυχητικών συμπτωμάτων που του ανέφερε η επίτοκος «δεν φρόντισε να παρ��κολουθήσει ο ίδιος με τη δέουσα προσοχή την εξέλιξη της κατάστασής της, αλλά την άφησε υπό την επίβλεψη της νοσηλεύτριας , η οποία δεν ήταν μαία και δεν είχε ειδικές γνώσεις προς τούτο».