​«Αναβίωσε» χθες ενώπιον του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου η υπόθεση κατασπατάλησης περίπου 8 εκατομμύριων ευρώ τα οποία προορίζονταν για ερευνητικά προγράμματα του Παντείου Πανεπιστημίου από πρυτάνεις , καθηγητές και διοικητικούς υπαλλήλους, την περίοδο 1992-1998.

Τα χρήματα αυτά, που σύμφωνα με τις διωκτικές αρχές, κατέληξαν σε αγορές πολυτελών αυτοκινήτων και μαρμάρων για τα σπίτια των καταδικασθέντων, πέντε από τους οποίους διεκδικούν την αναίρεση της εφετειακής απόφασης, επικαλούμενοι έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και υπογραμμίζοντας ότι έχει αντιφάσεις και κενά.

Ο αντεισαγγελέας του Ανωτάτου Δικαστηρίου Εμμανουήλ Ρασιδάκης εισηγήθηκε κατά τη διάρκεια της διαδικασίας ενώπιον του Ποινικού Τμήματος την απόρριψη της αναίρεσης.

Ο κ. Ρασιδάκης εξέφρασε την άποψη πως η επίμαχη απόφαση έχει ​«ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία όπως απαιτεί το Σύνταγμα, ενώ ορθά ερμήνευσε το νόμο και τις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις του νόμου 1608/1950 περί καταχραστών του Δημοσίου.»

Το star.gr επικοινώνησε με τον δικηγόρο ενός εκ των καταδικασθέντων, του πρώην αντιπρύτανη του Παντείου, κυρίου Παναγιώτη Γετίμη ο οποίος έκανε ξεκάθαρο ότι «Με την προσφυγή μας στον Άρειο Πάγο δεν αμφισβητούμε μόνο το ύψος των ποινών που έχουν επιβληθεί αλλά από μηδενική βάση θεωρούμε ότι είναι εσφαλμένη η απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου. Πιστεύουμε ότι το Πενταμελές Εφετείο έπρεπε να ευθυγραμμιστεί με την πρόταση της Εισαγγελέως Εφετών που συμμετείχε στη σύνθεση του Πενταμελούς και είχε προτείνει την απαλλαγή-την αθώωση των καθηγητών. Και αυτό γιατί προέκυψε στη διάρκεια της διαδικασίας, ότι ναι μεν επέδειξαν κάποια αμέλεια και κάποια πλημμέλεια στην άσκηση των καθηκόντων τους, με την έννοια ότι δεν ασκούσαν τον έλεγχο και την εποπτεία που έπρεπε στις οικονομικές υπηρεσίες του Παντείου, όμως σε καμιά περίπτωση δεν ενέχονται με πράξεις δόλου σε βάρος του Πανεπιστημίου.

Παρ’ όλ’ αυτά το δικαστήριο δεν ευθυγραμμίστηκε με την εισαγγελική πρόταση και τους έκρινε και σε δεύτερο βαθμό δικαιοδοσίας ενόχους.
Έτσι εμείς κατόπιν αυτού προσφύγαμε στον Άρειο Πάγο. Ζητάμε να ακυρωθεί η απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου και να εκδικαστεί εκ νέου η υπόθεση, με διαφορετική βέβαια σύνθεση δικαστών στο Πενταμελές Εφετείο Αθήνας.»

Ο δικηγόρος κύριος Θόδωρος Μαντάς, υπογράμμισε πως η εφετειακή απόφαση πάσχει λόγω έλλειψης αμεροληψίας των μαρτύρων, αφού μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται οι συντάκτες του πορίσματος ελέγχου των οικονομικών του Παντείου. Μάλιστα προσθέτει πως «Δεν ήταν μόνο οι συντάκτες του πορίσματος που κατέθεσαν σαν μάρτυρες κατηγορητηρίου, αλλά και τα μέλη της επιτροπής που είχε κάνει την ΕΔΕ. Ήταν προφανές ότι αυτοί είχαν μεροληψία γιατί επεδίωκαν να υπερασπιστούν το δικό τους συμπέρασμα.

Ενώ λοιπόν, το Πενταμελές πήρε υπόψιν τους διοικητικούς και την ΕΔΕ, αντίθετα δεν συνυπολόγισε στην εκτίμηση και την απόφασή του, την απόφαση της Ολομέλειας του Ελεγκτικού συνεδρίου, που κατέληξε αβίαστα στο συμπέρασμα στο οποίο κατέληξε και η Εισαγγελέας Εφετών που συμμετείχε στην έδρα του Πενταμελούς Εφετείου. Στο ότι δηλαδή οι πρυτανικές αρχές δεν ευθύνονται για καμία πράξη δόλου ή βαριάς αμέλειας. Δηλαδή το πήγε ένα βήμα παραπέρα.»

Να σημειωθεί ότι ο εισαγγελικός λειτουργός απαντώντας στις αιτιάσεις της υπεράσπισης ότι το Ελεγκτικό Συνέδριο είχε δεχθεί πως δεν υπάρχει δόλος ή βαριά αμέλεια των καθηγητών του Παντείου Πανεπιστημίου κατά την άσκηση των καθηκόντων τους υπογράμμισε ότι​«η απόφαση ορθά αιτιολογεί τον δόλο και τον σκοπό των κατηγορουμένων και πρέπει να απορριφθούν οι αναιρέσεις.»

Τον τελευταίο λόγο, πάντως, έχει το Ποινικό Τμήμα του Αρείου Πάγου.

Υπενθυμίζεται ότι για την υπόθεση που αφορά «φαγοπότι» 8 εκατομμυρίων ευρώ στο Πανεπιστήμιο καταδικάστηκαν σε ποινές κάθειρξης από 10 έως 31 έτη πρυτάνεις, αντιπρυτάνεις, υπάλληλοι του λογιστηρίου και διοικητικοί υπάλληλοι του Παντείου.

Ρεπορτάζ: Μαρία Κυπραίου

602756_3914559994731_398079322_n.jpg