​Πραγματικά συγκλονίζουν τα όσα έγραψε στο Facebook του ο Έλληνας διασωθείς του Norman Atlantic Ανδρέας Οικονόμου για τον εφιάλτη που έζησε εκείνος η γυναίκα του αλλά και η μικρή κόρη του Αλίνα.

Ο κύριος Οικονόμου χώρισε την περιπέτειά του σε πέντε κεφάλαια ανεβάζοντας επίσης δύο βιντεάκια και φωτογραφίες. Το ένα βίντεο δείχνει τις στιγμές που οι φλόγες είχαν τυλίξει το πλοίο ενώ το άλλο δείχνει τι έγινε δύο ώρες μετά τη διάσωση του ίδιου, της οικογένειάς του και άλλων.

οικομομου.jpg

Αμέσως μετά την δημοσιοποίηση όλων αυτών, ακολούθησε ένας καταιγισμός σχολίων. Εκείνος απάντησε σε όλους με την εξής ανάρτηση: «Έγραψα αυτά που έζησα. Με τα δικά μου μάτια, αυτιά , εγκέφαλο και ψυχή. Η ευθύνη για τα όσα γράφω βαρύνει αποκλειστικά εμένα. Σας ευχαριστώ απ' την καρδιά μου για την ανταπόκριση. Πρέπει να ξαναβρούμε οικογενειακά τη ζωή μας.»

Να μερικά από όσα έγραψε ο κύριος Οικονόμου
Επεισόδιο τέταρτο: TΩΡΑ ΞΕΡΩ ΤΙ ΘΑ ΠΕΙ ΦΟΒΑΜΑΙ!

Πάει το πλοίο. Σε μερικά λεπτά το χάσαμε. Τώρα ξέρουμε. Δεν είναι το δύσκολο να βρεις το πλοίο. Το δύσκολο είναι να ανέβεις σε πλοίο από ακυβέρνητη βάρκα.

Τώρα έχουμε εμπειρία. Η βροχή λιγοστεύει και σχεδόν δεν τη νοιώθουμε. Έκανε κάτι τέτοια ο καιρός. Σαν να έπαιζε κάποιος φλιπεράκι. Κάπου κάπου μας ηρεμούσε για λίγα λεπτά, φτερούγιζε η καρδία μας και ξαφνικά πατούσε το κουμπάκι κι άρχιζε το σφυροκόπημα.

Μια τέτοια ανάπαυλα είναι και τώρα. Δεν μιλάμε πολύ. Λίγα λόγια. Είσαι καλά.., σ’ αγαπώ.., μη φοβάσαι.., κρυώνεις… Κρυώνω πολύ μου λέει η Αλίνα. Αντρέα έχω παγώσει λέει η Έλενα δεν αντέχω άλλο! Τις τρίβω με μανία. Στην πλάτη στα χέρια όπου και όπως μπορώ. Η Αλίνα μου φοράει τα παντοφλάκια της, εγώ φοράω το παντοφλάκι μου. Με δυο παντόφλες μπήκα στη βάρκα, σε κάποιο τράκο έχασα τη μία. Η Ράνια απέναντι αρχίζει να τουρτουρίζει. Βάλε τις πατ��ύσες σου ανάμεσα στα πόδια μου, της λέω. Φορούσα κοτλέ παντελόνι. Σφίγγω με δύναμη τις πατούσες της ανάμεσα στις κνήμες μου και αμέσως καταλαβαίνω τη διαφορά θερμοκρασίας.

Ήταν ξύλο τα πόδια της. Έσφιγγε την Κορίνα, ρωτούσε το Σπύρο και τον Νικόλα πώς είναι. Όλοι αγκαλιασμένοι. Δεν κοιτούσα αλλού. Μόνο τους ανθρώπους που είχα γύρω μου. Η Ελενα κρύωνε πολύ. Την τύλιξα με ένα δεύτερο σωσίβιο και κάλυψα μερικά σημεία του κορμιού της. Ηταν το πρώτο ταξίδι που δεν πήρα βαρύ ζεστό μπουφάν. Ελενα της είχα πει, φέτος θα πάρω ένα ελαφρύ υφασμάτινο μπουφάν και άλλο ένα αμάνικο με πούπουλα. Αν θα έχει κρύο θα τα φοράω και τα δυο αν δεν θα 'χει θα φοράω το ένα. Μόνο που τώρα φόραγα το ελαφρύ και μια θερμοφανέλα.

Να βγάλω το σακάκι; Δεν θ’ αντέξω. Ναι έκανα τέτοιες σκέψεις! Μετρούσα τι ρούχα φόραγαν τα κορίτσια μου. Η Αλίνα μου ήταν μάλλον εντάξει. Κάτι παράξενο.

Τα παντοφλάκια μούσκεμα κι όμως κρατούσαν θερμότητα. Το ήξερα, γιατί η διαφορά θερμοκρασίας στα δυο πέλματά μου ήταν σημαντικά διαφορετική. Την Ελενα την έσωζε το δεύτερο θερμοεσώρουχο και η αδιάβροχη επένδυση του πουλόβερ που φορούσε. Κρύωσε μόλις κάθισε. Ήξερα ότι όταν θα ξαναγρίευε θα ξεχνούσε το κρύο. Οι προσευχές της Ράνιας ακούγονται πια δυνατά. Με ανακουφίζουν.

Ανάπαυλα τέλος. Βροχή ξαφνική και δυνατός αέρας. Μπουρίνι. Κι’ άλλο πλοίο φαίνεται. Μας είδε; Φωνές, κραυγές, η σκηνή ξαναστήνεται.

Ο Francesco και ο Γιώργος παλεύουν με τα σχοινιά. Η Ράνια πάλι ο ενδιάμεσος κρίκος. Η Ελενα φωνάζει για βοήθεια το ίδιο και η Αλίνα. Φωνάζουν κι’ άλλοι. Εγώ κρατάω την Αλίνα. Και αρχίζει το σφυροκόπημα. Τώρα όμως ξέρουμε. Τώρα το βαρκάκι είναι ήδη σπασμένο και ξέρουμε τι θα ακολουθήσει. Κάθε φορά που κατευθυνόμαστε με ορμή πάνω στο πλοίο κάποιος φωνάζει δυνατά Ο ΙΗΣΟΥΣ ΧΡΙΣΤΟΣ ΝΙΚΑ ΚΙ ΟΛΑ ΤΑ ΚΑΚΑ ΣΚΟΡΠΑ. Και τσακιζόμαστε. Και ξαναπιάνουμε τη σκάλα. Τώρα ο πρώτος που φεύγει ξέρει και τα καταφέρνει. Ο δεύτερος, ένας Ιερέας, όχι όμως Έλληνας, Βούλγαρος μάλλον είπαν, αποφασίζει να ανέβει. Είναι εύσωμος. Πολύ. Έχουμε βρει συντονισμό. Ο Γιώργος παρακολουθεί το κύμα. Άμα έρχεται μεγάλο, φωνάζει «όχι, όχι» και αφηνόμαστε. Και τσακιζόμαστε.

1978539_10204708837234591_5178786083790036386_o.jpg
Η σύζυγός του Έλενα

Όταν έρχεται μικρό φωνάζει, «τώρα, τώρα», ο Francesco και δυο ακόμη, πιάνουν την ανεμόσκαλα και πρέπει να φύγεις γρήγορα. Κάθε φορά που προσπαθεί κάποιος είμαστε όλοι βουβοί. Ο Ιερέας πιάνει την ανεμόσκαλα, ο Γιώργης του λέει «τώρα», ο Ιερέας διστάζει, «φύγε», του φωνάζουν, «φύγε», ο Ιερέας ανεβαίνει ένα σκαλοπάτι και μένει εκεί. Η βάρκα μας σηκώνεται απ’ το επόμενο μεγάλο κύμα και σκάει πάνω στο πλοίο. Στην ανεμόσκαλα δεν είναι κανείς. Κι όμως η διαδικασία συνεχίζεται. Χωρίς λεπτό χαμένο (Αυτό ήταν ήταν σοκαριστικό για όλους. Το ότι δε νιώθαμε τίποτα. Ο επόμενος). Η επόμενη ήταν μια κυρία. Η πρώτη γυναίκα που θα προσπαθούσε. Δυο προσπάθειες έκανε. Στην πρώτη δεν μπορούσε γιατί την εμπόδιζε το σωσίβιο. Στη δεύτερη τη βλέπω να το βγάζει.

Πιάνω το κεφαλάκι της Αλίνας και το χαμηλώνω. Κλείνω και εγώ τα μάτια. “Μπράβο, μπράβο”, ανέβα, της φωνάζουν. Σπάει ο πίσω κάβος και ο Γιώργης ορμάει να κόψει και τον μπροστά. Η βάρκα απομακρύνεται αλλά ο μπροστινός κάβος δεν κόβεται με το σουγιά. Η γυναίκα φαίνεται μπροστά μας πάνω στην ανεμόσκαλα. Δεύτερο, τρίτο, τέταρτο σκαλί και γλιστράει. Χάνεται στη θάλασσα κάτω απ’ το πλοίο. Κάποιος πετάει ένα σωσίβιο προς το σημείο που χάθηκε. Εμείς είμαστε δεμένοι με τον κάβο και ο Γιώργης ουρλιάζει προς το πλήρωμα για να μας ελευθερώσουν αυτοί από πάνω. TΙ ΚΑΝΕΙ Ο ΗΛΙΘΙΟΣ ΘΑ ΜΑΣ ΣΚΟΤΏΣΕΙ ΟΛΟΥΣ. ΜΑΣ ΣΤΕΛΝΕΙ ΚΑΤΩ ΑΠ ΤΗ ΠΡΥΜΝΗ. ΚΟΨΤΟ, ΑΣΤΟ ΟΥΡΛΙΑΖΑΜΕ ΟΛΟΙ Σ’ ΟΛΕΣ ΤΙΣ ΓΛΩΣΣΕΣ. Tο κόβουν και ελευθερωνόμαστε.

Η φορά μας όμως είναι προς την πρύμνη. «Αδέλφια μας σκότωσε, μας σκότωσε» λέει ο Γιώργος. Ο Francesco πάγωσε και κοιτούσε. «Αδέλφια αυτό ήταν, μας σκότωσε» λέει άλλη μια φορά ο Γιώργος. «ΜΠΑΜΠΑ ΔΕ ΘΕΛΩ ΝΑ ΠΕΘΑΝΩ» φωνάζει η Αλίνα. Και παγώνουμε όλοι. Τη σφίγγω στην αγκαλιά μου και φωνάζω μ’ όση δύναμη έχω. «ΔΕΝ ΘΑ ΠΕΘΑΝΕΙΣ ΑΛΙΝΑ ΜΟΥ». «ΔΕΝ ΘΑ ΠΕΘΑΝΕΙ ΚΑΝΕΙΣ». To έλεγα στην Αλίνα, αλλά έκανε καλό σ’ όλους μου είπαν μετά. Και τότε σήκωσα πάλι το κεφάλι.
Από πάνω μας ήταν η πρύμνη του πλοίου. Ψηλά και συνέχιζε να ανεβαίνει με το κύμα. Μπροστά μας η προπέλα. Και η πρύμνη θα πέσει. Και πέφτει. Η δεύτερη φορά που ο θάνατος πλημμύρισε τα πάντα μέσα μου. Απόλυτος τρόμος.
ΝΑ ΑΠΟΝΕΡΟ, ΕΙΠΑΝ, ΑΠ’ ΤΟ ΙΔΙΟ ΤΟ ΠΛΟΙΟ. ΕΝΑ ΚΥΜΑ. ΟΛΟΙ ΟΙ ΑΓΙΟΙ ΟΛΩΝ ΤΩΝ ΘΡΗΣΚΕΙΩΝ ΠΟΥ ΕΙΜΑΣΤΑΝ ΕΚΕΙ. ΠΟΙΟΣ ΞΕΡΕΙ.

Κάτι μας έσπρωξε την τελευταία στιγμή. Και το θηρίο σκάει πίσω μας και μας εκσφενδονίζει είκοσι μέτρα μακριά του. Δεν σας θέλω είπε. Σωθήκαμε; Ο Γιώργης αλαφιασμένος τρέχει να μαζέψει τον κάβο που σέρνεται πίσω μας και σε λίγο θα περάσει απ’ την προπέλα. αν το αρπάξει χαθήκαμε. Ο Αι Γιώργης μας όμως ήταν γρήγορος. Με πήρε η κόρη μου στο τηλέφωνο, μου έλεγε αργότερα, και μου λέει, γιατί μπαμπά έφυγες απ’ το πλοίο, τα κανάλια λένε ότι το πλήρωμα παράτησε τον κόσμο. Να μου δώσεις Γιώργο μου την κόρη σου, να της πω εγώ τι έκανε ο μπαμπάς της, του απάντησα και του φίλησα το σπασμένο κεφάλι.
Πάλι μόνοι, με τα κύματα και τη βροχή. Ο καιρός είναι λίγο καλύτερος. Δεν έχει εκείνη τη μανία. Όλοι σιωπηροί. Παίρνουμε πάλι τις γνωστές θέσεις μας. Είμαστε καταπονημένοι αλλά εγώ νοιώθω ότι αφού βγήκαμε απ’ αυτό, δεν γίνεται να χαθούμε. Το σκάφος αυτό δε βουλιάζει με τίποτα τους είπα. Ας τα κλείσουμε όλα και να περιμένουμε. Δε βουλιάζει με τίποτα. Χωρίς ρωγμές όμως.

Μείναμε για λίγο σιωπηροί. Τότε είδα την Αλεξάνδρα. Άκουγα άλλη μια γυναικεία φωνή εκτός της Ράνιας και της Έλενας. Μια σταθερή σχεδόν αυστηρή φωνή. Μετέφραζε και αυτή Ιταλικά Αγγλικά. Αλλά τώρα την είδα. Το κινητό της έπιανε και άρχισε να καλεί. Άκουγα που επικοινωνούσε με κάποιους στις ανάπαυλες που λέγαμε. Μόνο το δικό της τηλέφωνο είχε σήμα. Και της Ράνιας πού και πού. Ήταν Ιταλική η σύνδεση, έμαθα αργότερα. Η Αλεξάνδρα μετέδιδε σιγουριά. Κάθε φορά που έλεγε κάτι, ένο=ιωθες καλά. Ένα απ΄τα χαρίσματά της.

Άρχισε πάλι �� αναμονή. Για τρίτο καράβι; Κανείς πλέον δεν το λαχταρούσε και τόσο πολύ νομίζω. Έχει γεμίσει αίματα το αριστερό μπατζάκι του παντελονιού μου. Κοιτάζω τα πόδια της Ράνιας, είναι εντάξει. Άρα δικό μου είναι. Ανασηκώνω το μπατζάκι και βλέπω αίμα. Αρκετό αίμα. Ψηλά στο καλάμι, κάτω απ’ το γόνατο πονάω λίγο. Σπασμένο δεν είναι τίποτα. Το ξεχνάω. Δεν πέρασε πολύ ώρα και να το τρίτο πλοίο. Σφίξιμο στην καρδία.Μας είδε και έρχεται για εμάς.

O καπετάνιος Solarte Rodrigo Bolo του ABY JEANNETTE, που έκανε τα πάντα για να σώσει τους ναυαγούς του Norman Atlantic
10676404_10204705517711605_3735235952404441770_n.jpg
Μετά τη διάσωση της συζύγου και της κόρης του Αλίνας

Επεισόδιο πέμπτο και τελευταίο: ABY JEANNETTE
ΟΙ ΣΩΤΗΡΕΣ ΚΑΙ ΟΙ «ΣΩΤΗΡΕΣ»
Το προαίσθημα είναι καλό στη θέα του πλοίου. Είναι τεράστιο 324 μέτρα αλλά χαμηλό. Είναι φορτωμένο και έχει μεγάλο βύθισμα. Εδώ μπορεί και να τα καταφέρω, σκέφτομαι. Όλα αρχίζουν να φαίνονται καλύτερα. Μέχρι και τη δεύτερη παντόφλα μου, πήρε το μάτι μου, σφηνωμένη στον πρώτο (πού αλλού;) διάδρομο. Όλα αρχίζουν να πηγαίνουν καλύτερα. Δεν βρέχει καθόλου, φυσάει αρκετά, όχι τρομακτικά άλλα έχει μεγάλο και βουβό κύμα.

Ο Γιώργος λέει, «αυτός είναι γάτα», για τον καπετάνιο του πλοίου, αυτός μάλλον θα μας σώσει. Τον βλέπουμε να κάνει μανούβρες για να μας πλησιάσει έτσι ώστε να μας κόβει τον καιρό. Έξυπνος άνθρωπος. Το επιβεβαίωσα στο υπερθετικό αργότερα.
Η Αλεξάνδρα μας ενημερώνει ��τι έχουν ενημερωθεί στην Αθήνα και μάλιστα όταν της λέω να ειδοποιήσουν οι δικοί της τις αρχές, μου απαντά ότι πιο ψηλά απ’ αυτόν που ενημέρωσε η ίδια, δεν υπάρχει. Είμαι απόλυτα ήρεμος ότι τελειώνουμε. Πλευρίσαμε.
Το κύμα μας ανεβοκατεβάζει και στο ανέβασμα είμαι στο ύψος του καταστρώματος και βλέπω τους ναύτες. Είμαι σίγουρος ότι εδώ θα την ανέβω την ανεμόσκαλα.

Απ’ το πλοίο μας γνέφουν και φωνάζουν. Είναι Φιλιππινέζοι. Μας πετάνε τους κάβους. Ο καπετάνιος στρίβει το πλοίο όπως αυτός θέλει. Κεντούσε, έλεγε αργότερα ο Γιώργος. Στο πρώτο πλεύρισμα μας πετάνε αμέσως μπουκάλια με νερό.

Προσπαθούν με όλο τους το είναι. Λύνεται ένα κάβος και ξαναζούμε ένα απίστευτο στραπατσάρισμα πάνω στο πλοίο. Απ’ τα πιο δυνατά. Για πρώτη φορά φεύγει ένα κομμάτι απ��� τη βάρκα μας. Δεύτερο χτύπημα. Το ίδιο δυνατό. Η βάρκα ανοίγει εμφανώς. Ο Χρήστος, έλεγε μετά, έβλεπε τους ναύτες να κλαίνε που μας χάνουν. Είμαι σίγουρος ότι έτσι ήταν. Δεν είναι εύκολο ούτε τώρα σκέφτηκα.

Η ανεμόσκαλα έπεσε. Τη πιάσαμε. Κάποιος έκανε την πρώτη προσπάθεια. Δεν πέτυχε. Ευτυχώς έπεσε μέσα στη βάρκα. Και η δεύτερη προσπάθεια δεν πέτυχε. Δεν χάνουμε όμως κανέναν. Κάποιος φωνάζει να λύσουμε τους κάβους να φύγουμε γιατί θα σπάσει η βάρκα. Η Ράνια ουρλιάζει να μην το κάνουμε. Εγώ δεν είμαι σίγουρος, πάω να συμφωνήσω με το λύσιμο αλλά βλέπω τα ανοίγματα στη λέμβο και φωνάζω να μην φύγουμε. Η σκάλα αποσύρεται. Μα που πήγαν, αναρωτιέται κάποιος βρίζοντας, τι κάνουν κι αυτοί; Σε λίγα λεπτά όμως πέφτει ένα χοντρό δίχτυ δεμένο με σχοινιά. Κάτι σαν αυτοσχέδιο καλάθι. Έξυπνοι άνθρωποι. Θέλανε να μας σώσουν.

francesco.jpg
Ο Φραντσέσκο, ο Ιταλός-μέλος του πληρώματος του Norman Atlantic που πάλεψε με τα κύματα μαζί με τον Ελληνα-μέλος του πληρώματος, Γιώργο, να σώσουν τους επιβαίνοντες στη μία από τις λέμβους


Το μόνο που θα έπρεπε να κάνουμε είναι να κρατηθούμε γερά απ’ τα σχοινιά. Θα μας τραβούσαν επάνω.
Έναν-έναν. Νομίζω ότι αρχικά ανέβηκαν δυο άντρες. Ήταν σαφές ότι όλοι μπορούσαμε να το κάνουμε. Μια γυναικεία φωνή, όχι απ’ τις γνωστές, με ξενική προφορά, ακούστηκε να λέει, οι μάνες με τα παιδιά πρώτα. Ήταν σαν διαταγή. Γυρίζω στο Λενιώ μου και της λέω, Έλενα εσύ και η Α��ίνα τώρα. Αντρέα θα τα καταφέρω; Πιο σίγουρα από μένα, της απαντώ. Είμαι σίγουρος ότι και στην ανεμόσκαλα η Ελενα θα τα κατάφερνε μαζί με την Αλίνα. Και η Ράνια και η Αλεξάνδρα. Όλες είχαν γίνει λέαινες.

Η Έλενα πλησίασε στους άντρες που είχαν τον έλεγχο του διχτυού. Δεν ήταν εύκολο. Ήθελε κι’ αυτό ταχύτητα και συγχρονισμό με το κύμα. Κάποιος την εμπόδισε και μπαίνει να της πάρει τη θέση. Η Ελενα αγριεύει αλλά την σταματάω. Δεν είναι ώρα για τέτοια. Έρχεται η σειρά της. Μπαίνει η Αλίνα στο δίχτυ και την ακολουθεί. Αλινάκι πιάσε με γερά και μη μ’ αφήσεις ό,τι κι αν γίνει. Αλίνα δεν φοβάσαι τίποτα της φωνάζω, σε ένα δευτερόλεπτο θα είσαι επάνω. Και φεύγουν. Σφίχτηκε η ψυχή μου, αλλά ήμουν βέβαιος. Μέτρησα πόντο- πόντο το ανέβασμα. Τα κατάφεραν. Και ξαφνικά ��μουν άλλος. Σηκώθηκα και φώναξα στη Ράνια. Εσύ τώρα, μη το σκέφτεσαι. Ανέβηκε. Μαζί της δεν κινδυνεύει κανείς. Ανέβηκε κι Αλεξάνδρα με τα αγόρια της. Αυτή με το μικρούλι Ράφι και ο μπαμπάς με τον Ρομέο. Περπάτησα μέσα στη βάρκα, είδα όλα τα πρόσωπα, κατάλαβα ότι υπήρχαν δυο Francesco τόση ώρα. Ήταν και ένας μικρός στην ηλικία, πλήρωμα κι’ αυτός. Ήταν τρομοκρατημένος. Ο μεγάλος εξουθενωμένος. Ο Γιώργης ακούραστος. Έμαθα ότι τον έβαλαν με το ζόρι, προτελευταίος, να ανέβει. Κάθισα δίπλα σ’ ένα παλικάρι που έδειχνε να πονάει πολύ. Ο Γιώργος. Οδηγός φορτηγού. Φορτηγατζής. Τον χάιδεψα στο πρόσωπο και τον ρώτησα πού πονάει. Μου δείχνει τις γυμνές πατούσες του. Έγκαυμα στα δάχτυλα και στις φτέρνες. Βαθιά πληγή. Από το κολαστήρι του Norman Atlantic. Θυμάμαι και εγώ το πόδι μου. Το παντοφλάκι που του φόρεσα έγινε κόκκινο. Ένα άσπρο ένα κόκκινο.

10338519_10204708839394645_3161865986773450266_o.jpg
Με τον Φιλιππινέζο μάγειρα από το καράβι που τους έσωσαν

Κάτι δεν πήγαινε καλά και ζήτησα να πάρω σειρά για πάνω. Αμέσως μου την παραχωρήσαν. Το μάτι μου πήρε την τσάντα της Ελενας. Να την πάρω; Κι αν χαθώ για μια τσάντα. Κάπου στην Αλβανία βρέθηκε, άκουσα σήμερα στις Ιταλικές ειδήσεις. Πιάστηκα σφιχτά. Αρχισαν να με ανεβάζουν. Το κινητό μου χτύπησε για πρώτη φορά. Έφτασα επάνω. Με αρπάξαν απ’ τα χέρια κι απ’ το μπουφάν και με τράβηξαν στο κατάστρωμα. Όταν σηκώθηκα όρθιος μέτρησα επτά άτομα. Με τα σχοινιά στα χέρια. Οι δυο είχαν πέσει κάτω. Ο ψηλότερός τους ήταν μέχρι τον λαιμό μου. Και χαμογελούσαν όλοι. Βλέποντας το πόδι μου γεμάτο αίματα ένας μικρόσωμος Φιλιππινέζος με το ξυρισμένο κεφάλι, ο Recio, προσπαθεί να με πάρει αγκαλιά. Τον καθησυχάζω ότι είμαι εντάξει. Όση ώρα περπατούσαμε του φιλούσα τα χέρια και την γυαλιστερή του καράφλα. Περπατάμε για εκατό μέτρα σε ψιλόβροχο με αέρα και μπαίνουμε σε κλειστό ασφαλή χώρο. Επιτέλους τέλος! Τέλος;

Με οδηγεί στο ιατρείο του πλοίου. Δίπλα στην είσοδο ήταν. Δυο βήματα. Ξαναχτυπά το κινητό μου. Επικοινωνώ με τους δικούς μας. Σε 42 δευτερόλεπτα οι αγαπημένοι μας γύρισαν απ’ την κόλαση στον παράδεισο και δεν ξαναέχω σήμα.

Ένα δωματιάκι μ’ ένα κρεβάτι και πάνω στο κρεβάτι κουλουριασμένοι άνθρωποι. Η Έλενα έκλαιγε, η Αλεξάνδρα ψύχραιμη αγκάλιαζε την Έλενα, η Ράνια που δεν έκλαιγε παρά μόνο αργότερα αν μιλούσε στο τηλέφωνο με κάποιον αγαπημένο της, ο Σπύρος δίπλα της ήταν γιατρός πια, δεν ήταν διασωθείς. Τα παιδιά όλα στο κρεβάτι κουλουριασμένα και τα πέντε. Στο κρεβάτι κρατούσε σφιχτά στην αγκαλιά του την Αλίνα μου, ένας γελαστός ευτυχισμένος άνθρωπος. Νάτος ο μπαμπάς αγάπη μου, της λέει. Δεν τον έχω ξαναδεί. Δεν ήταν στη βάρκα μαζί μας. Ήταν ο Νικήτας. Ναυαγός που κολύμπησε ώρες μέχρι να τον μαζέψει ο captain της καρδιάς μας. Έχει δύσκολη “ιστορία” ο Νικήτας αλλά αυτή θα σας την πει ο ίδιος. Κάποτε. Φορά εσώρουχα Φιλιππινέζου. Είναι πάνω από 1,80.
Ο Σπύρος μου φτιάχνει το πόδι. Είναι ορθοπεδικός. Ένα μικρό σχίσιμο είχα, αλλά κόπηκε κάποια φλεβίτσα και το αίμα έτρεχε άφθονο.

Σε τρία λεπτά ο Σπύρος μ’ έφτιαξε. Τα γεγονότα αρχίζουν να τρέχουν με πραγματικές ταχύτητες. Μεταφερόμαστε στο «υπνοδωμάτιο». Στους διαδρόμους χαμογελαστές φατσούλες μας χαιρετάνε ευγενικά. Με αξιοπρέπεια. Δεν είμαστε τα «λάφυρά» τους να τα φωτογραφίζουν για να δείχνουν τι κάνανε αυτοί. Σαν να βρισκόμασταν μέρες μαζί τους. Με χαμόγελο παραμέριζαν να περάσουμε εμείς. Η ΠΡΟΤΕΡΑΙΟΤΗΤΑ ΣΤΟ ΚΑΡΑΒΙ ΓΙΝΑΜΕ ΕΜΕΙΣ.

Δεν θα το κάνω μελό αλλά πρέπει να μαθευτούν μερικά πράγματα για το τι σημαίνει δοτικότητα.
Μας δώσανε τα πάντα. Δεν είχες παρά να ζητήσεις κάτι και θα στο έβρισκαν. Κι αν δεν μπορούσαν θα επέστρεφαν συντετριμμένοι που δεν πρόσφεραν. Πήραν τα ρούχα μας. Τα έπλυναν τα στέγνωσαν τα σιδέρωσαν. Το φαγητό. Εδώ τα λόγια δεν φτάνουν. Ο μάγειρας!

Ήταν εκείνος ο καραφλούλης που λέγαμε. Ο υπέροχος Recio. Σας ευχαριστούμε που μας σώσατε, του είπε κάποια στιγμή, η Ελενα, μα και σεις μας σώζετε παράλληλα, της απάντησε, για να συνεχίσει, θεωρείστε το σα δεύτερη ζωή. Τι θα κάνετε μ’ αυτή;
Ο μάγειρας. Και άρχισε το φαγητό. Εφερνε, έφερνε, έφερνε. Τρώγαμε πρωινό, δεκατιανό λιγο πριν το μεσημεριανό, μεσημεριανό, απογευματινό, πριν το βραδινό, βραδινό…

Θα μας βρουν δυο, τρία κιλά βαρύτερους κι αντε να τ’ ς πεις ότ ναυάγησες, έλεγε ο καλός μου ο Χρήστος όταν δεν τον έπνιγε ή οργή με αυτά που του συμβήκανε. Αλλά και τότε τα μπινελίκια του ήταν απόλαυση.

Τα παιδιά μας. Media player με ΟΛΕΣ τις παιδικές ταινίες (Ράνια μου πόσες είδες αλήθεια τα βράδια πο�� δεν κοιμόσουν; ) MONOPOLY, ντόμινο, σκάκι. Ο παιδικός παράδεισος. Παγωτά, γλυκά, όχι σερβιρισμένα, με τις κούτες.
Οι Φιλιππινέζοι, αμούστακα παιδιά (τα περισσότερα) να εμφανίζονται διακριτικά, να φέρνουν κάτι και να χάνονται. Ούτε ευχαριστώ δεν προλαβαίναμε να πούμε.

Μπορούσαμε να κυκλοφορούμε παντού. Άνοιγες την πόρτα και έμπαινες. Δεν σου έλεγε κανείς τίποτε. Μόνο χαμόγελα. Στη γέφυρα του πλοίου. Η παιδική χαρά των παιδιών! Με τα κιάλια του καπετάνιου, στη θέση του καπετάνιου. Και να μην ενοχλείται κανείς. Και όχι δήθεν.

Ο καπετάνιος. Solarte Rodrigo Bolo το όνομα. Υπέροχος, πράος, έξυπνος, πατέρας όλων και αρχηγός. το παρατήρησα αρκετά και κατάλαβα πολλά για τη διαχείριση των ανθρώπων.

Η ομάδα ετερόκλητων ανθρώπων προσπαθεί να γνωριστεί. ��ιατί μας έδεσε η ζωή εννιά ώρες μαζί πάνω στη λεπτή, πολύ λεπτή γραμμή. Και τότε δένεσαι με όλους. Ταιριάζεις δεν ταιριάζεις. Κι αν ταιριάζεις τότε αγαπάς και ξέρεις ότι απέκτησες φίλους ζωής. Δεμένος θα είσαι πάντα με όλους. Εμείς βρήκαμε την Ράνια το Σπύρο και την Αλεξάνδρα.

Η Κυριακή 28 Δεκεμβρίου 2014 πέρασε. Η πιο τυχερή μέρα της ζωής μου. Τα γενέθλιά μου μεταφέρονται.
Την επομένη, 29 Δεκεμβρίου, απ’ το πρωί η Αλεξάνδρα ξεδιπλώνει τις οργανωτικές της ικανότητες. Φτιάχνει λίστες με ονόματα και τηλέφωνα. Βγάζει φωτοτυπίες, μιλά στο τηλέφωνο, δίνει πληροφορίες. Αρχηγός. Για οτιδήποτε στην Αλεξάνδρα.
Και αρχίζει το παράλογο.

Το πλοίο μένει στο ίδιο σημείο που μας μάζεψε. Κάνει κύκλους. Έχει λιακάδα (!!!) και βλέπουμε τα πλοία που συμμετέχουν πλέον στη διάσωση. Σχηματίζουν έναν τεράστιο κύκλο γύρω απ’ το Norman Atlantic. Βλέπουμε αμυδρά τον καπνό της φωτιάς, και τα ελικόπτερα. Η πρώτη μέρα πέρασε εύκολα. Ξαναπήραμε τα ρούχα μας καθαρά (παπούτσια ήταν αδύνατον να βρώ και κυκλοφορούσα (πάλι) με καρό παντοφλάκια νούμερο 37 (στο τέλος, το παιδί που του το ζήτησα, μου βρήκε. Δεν το ξέχασε, έψαχνε) Ένα ελικόπτερο πήρε τον Βούλγαρο τραυματία που είχαμε (είχε σπάσει τον ώμο του σε μια προσπάθεια σκαρφαλώματος, Ευτυχώς μετά την συντριβή του μεταξύ πλοίου και βάρκας το κύμα τον έριξε μέσα )

Γνωριζόμαστε κάθε ώρα και καλύτερα. Ο Νικήτας ρωτά συνέχεια για την Αλίνα μου. Ο Νικήτας έχει κακά τατουάζ στα χέρια αλλά κλαίει σα μωρό παιδί αγκαλιά με τους σωτήρες του. Τι έκανα, τι έκανα, τι λάθη έκανα μου είπε... Νικήτα έχεις τεράστια, υπέροχη καρδιά. Είσαι γεμάτος αγάπη! Για όλους! Όποιος δεν το βλέπει σε σένα είναι εχθρός σου.
Τα τηλέφωνο της Ράνιας και του Δημήτρη έχουν πάρει φωτιά. Τα ξαδέλφια της με τα παιδιά τους είναι καλά. Ήταν το ζευγάρι των γιατρών που έμειναν στο πλοίο και στάθηκαν σ’ όλους.

Η Ράνια έχει γνωριμίες. Η Αλεξάνδρα το ίδιο. Όλοι ειδοποιούν κάποιον. Πότε θα βγούμε; Καμία απάντηση.
Σενάρια δικά μας. Πρέπει να μείνουμε 48 ώρες υποχρεωτικά για τους ναυαγούς. Κι άλλο βράδυ σε πλοίο. Δύσκολα κοιμάσαι σε μια καρέκλα. Όλα μας τα δώσαν οι Φιλιππινέζοι, μόνο τα κρεβάτια τους δεν μας δώσαν. Είχαμε νομίζω δυο ή τρεις καμπίνες μπορούσαμε να πλυθούμε, αλλά είμαστε 59 άτομα σε πλοίο για 20. Τα βράδια δυσκολεύουν. Οι χαρακτήρες και τα ελαττώματα αρχίζουν να διακρίνονται. Κάποιοι είναι γαϊδούρια τελικά και τίποτε δεν τους κάνει ανθρώπους. Είμαστε 21 Έλληνες 7 Αλβανοί, 4 Γερμανοί
1 Ολλανδός (έδωσε μάχη στη βάρκα, ψύχραιμος) 2 Ιταλοί, 2 Βούλγαροι, 1 Ρουμάνος και 1 Τούρκος (ο γκαρντάςς). Δυο εθνότητες είχαν γαιδούρια.

Δευτέρα 29 Δεκεμβρίου. Πότε θα φύγουμε; Έλα μου ντε. ο καιρός χαλάει. Έρχεται χιόνι και κρύο. Εμείς στο πλοίο.
Ο καπετάνιος τραβάει τα μαλλιά του απ΄ το αλαλούμ των Ιταλών. Είμαστε ΤΡΕΙΣ ΩΡΕΣ ΑΠ’ ΤΗΝ ΚΕΡΚΥΡΑ. Του λένε να μας πάει στην ΚΡΟΑΤΙΑ (!!;;;;). Αρνείται πεισματικά. Πως θα παραδώσει ανθρώπους χωρίς χαρτιά σε χώρα εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης; Οι Ιταλοί το χαβά τους.
Εμείς βάζουμε ότι μέσο ξέρουμε για να συμβεί κάτι λογικό. Άκου Κροατία! Η Ράνια κανονίζει και μιλάω σε πρωινή εκπομπή. Το ίδιο και η Αλεξάνδρα.

Πέφτουν απ’ τα σύννεφα. Γνωρίζουν την ύπαρξή μας αλλά επισήμως δεν υπάρχουμε. Δυστυχώς έχει αναλάβει το Ιταλικό κράτος και δεν μπορούμε να κάνουμε κάτι, απαντάνε τα «μέσα» μας.
Είναι απαράδεκτο κάτι πρέπει να κάνουμε λέει η Δημοσιογράφος. Τέλειωσε η εκπομπή ξεχαστήκαμε. Ίσως αύριο πάλι. Ξαναζεσταμένο θέμα δεν ξαναβγαίνει. Εκτός αν έχει αίμα και θάνατο LIVE.

ΤΟ ΓΕΓΟΝΟΣ ΟΤΙ 5 ΠΑΙΔΙΑ ΖΗΣΑΝΕ ΑΥΤΑ ΠΟΥ ΔΙΑΒΑΖΕΤΕ ΚΑΙ ΜΟΥ ΛΕΤΕ ΟΤΙ ΑΝΑΤΡΙΧΙΑΖΕΤΕ. ΟΤΙ 5 ΠΑΙΔΙΑ ΕΙΔΑΝ ΑΙΜΑ ΚΑΙ ΘΑΝΑΤΟ, ΑΥΤΟ ΔΕΝ ΑΓΓΙΖΕΙ ΚΑΝΕΝΑΝ.
ΤΑ ΑΦΗΣΑΝ ΝΑ ΕΜΠΕΔΩΣΟΥΝ ΤΙΣ ΕΙΚΟΝΕΣ ΤΟΥΣ 4 ΜΕΡΕΣ ΣΤΗ ΘΑΛΑΣΣΑ.
Ασε εμάς. Εμείς έχουμε (;) τον έλεγχο του μυαλού μας. ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ;;;; ΤΙ ΖΗΜΙΑ ΕΧΕΙ ΓΙΝΕΙ;;;
Εχει αναλάβει το Ιταλικό κράτος; Το καταλαβαίνω απολύτως. Εσύ, που δεν έχεις την επιχειρησιακή ευθύνη τι κάνεις;; ΑΙΣΘΑΝΕΣΑΙ ΟΤΙ ΕΧΕΙΣ ΚΑΠΟΙΑ ΕΥΘΥΝΗ;;;
Γιατί τότε:
Α. Καλείς επίσημα στο κατάστρωμα την ¨αρχηγό¨ μας και την ενημερώνεις. Της εξηγείς το σχέδιο το οποίο απαιτείς απ’ τους Ιταλούς. Αν αλλάξει ξανακαλείς και ενημερώνεις. Δημιουργείς αίσθημα ασφάλειας. Επισήμως εκλήθησαν όλοι οι παραπάνω υπήκοοι. Πλην των Ελλήνων.
Β. Με το που μαθαίνεις ότι υπάρχει έστω και ένα παιδί στέλνεις με Super Puma με Super man με Super Duck με ότι σου επιτρέψουν οι Ιταλοί. έναν ΠΑΙΔΟΨΥΧΟΛΟΓΟ. Να φροντίσεις ψυχές. (Ψήφος Ψυχή Ψαροκασέλα Ψωροκώσταινα το μυαλό των υπευθύνων (υπό την ευθύνη )

Όμως αυτά μπορεί να τα κάνει και ο νο 2 . Αυτός που πήρε φόρα και έρχεται. Αν το θέλει πολύ. Πόσο κοστίζει ένα ιδιωτικό ελικόπτερο να πετάξει και να φέρει παιδοψυχολόγο σταλμένο απ΄την ελπίδα της πατρίδας μας; Έτσι θα πράξουμε για όλους θα ήταν η σημειολογία της πράξης. Κι ας του το απαγορεύσουν.
Θεατρινισμοί μου είπε, φτηνοί θεατρινισμοί. Μόνο αν εσύ κάνεις θέατρο είναι θεατρινισμός. Αν το κάνεις αληθινά εμείς θα το νοιώσουμε. Η πολιτική γίνεται επί της ουσίας και όχι κατά περίπτωση μου συνέχισε χτες, στελεχάρα που έρχεται...

Η ζωή της κόρης μου, η ουσία της ζωής μου, είναι μια περίπτωση.
Φοβάμαι ότι το να καώ ή να πνιγώ, θα το ξαναζήσω σύντομα.
Τζίφος και πάλι. Θα πάμε στο Μπάρι λένε οι Ιταλοί. Και γιατί να πάμε στο Μπάρι να πάμε στο Μπριντεζι Όχι ξαναλένε οι Ιταλοί θα πάτε στο Μαμφρεντόνια . Ημαρτον κύριε! Αυτό πάλι τι είναι; Ένα μικρό λιμανάκι πάνω απ την Ανκονα όπου θα μας κατεβάσουν οι Ιταλοί. 12 ώρες ταξίδι. Το δελτίο λεει ότι ο χιονιάς έρχεται και θα συναντηθούμε στο Μανφρεντόνια.

Ο πλοίαρχος είναι σε παράκρουση απ’ τη μα…. (ζητώ συγνώμη) που του δέρνει όλους! Εχω 59 άτομα λέει (πάντα ήρεμος ) στους Ιταλούς και σωστικά για 25. Εγώ που μάζεψα ανθρώπους δεν θέλω να ζητάω να με μαζέψετε (έτσι ακριβώς!) Πάτε στο Μανφρεντόνια απαντάνε οι Ιταλοί, θα τους αποβιβάσεις εκεί.

Και ξεκινάμε. Τα αδέλφια μας, μας είδαν διαλυμένους απ’ την κούραση και μας πίεσαν να πάμε στην καμπίνα να κοιμηθούμε. Ήταν στον 5 όροφο. Ξαπλώσαμε και οι τρεις στο ίδιο κρεβάτι. Το πλοίο κουνούσε. Η Αλίνα πανικοβλήθηκε και μας ικέτεψε να γυρίσουμε κάτω, στους άλλους, να είμαστε όλοι μαζί.
(Μόνο το σχολείο της κόρης μου τα σκέφτηκε όλα αυτά και επικοινώνησε με παιδοψυχολόγο. Απλά ένας άνθρωπος ξέρει ότι έχει την ευθύνη και την ανέλαβε.)

Κατεβήκαμε. Κοιμήθηκα στο πάτωμα. Κάποια στιγμή κούνησε πολύ και έτυχε να ακουστεί κάτι απ’ τα μεγάφωνα. Πετάχτηκα. Το ξανάζησα. Φρίκαρα. Ήρθε και η Ελενα στο πάτωμα.
Τρίτη 30 Δεκεμβρίου. Ξημερώνουμε στο Μαμφρεντόνια. Μαζεύουμε τα πράγματα. Τακτοποιούμε. Αντε θα φύγουμε. Φωτογραφίες, χαρές, αγκαλιές. Θα φύγουμε.

ΤΟ ΠΛΗΡΩΜΑ ΕΚΑΝΕ ΕΡΑΝΟ ΚΑΙ ΜΑΖΕΨΑΝΕ 500 ΕΥΡΩ ΓΙΑ ΝΑ ΜΑΣ ΤΑ ΔΩΣΟΥΝ. Τρελαθήκαμε. Ο Νικήτας ακόμη κλαίει!
Το σχέδιο βρίσκεται εν εξελίξει!! Περιμένουμε Super Puma λέει ο ένας, φρεγάτα λέω εγώ (δεν έχω μπει και γούστ��ρα πολύ) C 130 o άλλος και τι δεν περιμέναμε. Περιμέναμε. Χιονοθύελλα έξω. Ψόφος κακός. Περιμέναμε. και έφτασε. Έχετε δει κάτι βάρκες που έχουν κάτι σα θυρωρείο πάνω τους. Ε, κάτι τέτοιο με ποιο μικρή βάρκα και πιο ψηλό θυρωρείο.

Του λιμενικού. Έκανε γύρους γύρω απ’ το Θηρίο το ¨δικό¨ μας. Το σχέδιο: Θα απλώσουν κάτι σα συρματόσχοινο απ’ το πλοίο στο θυρωρείο και μ’ ένα καλάθι, ένας ένας θα περνάμε. Με χιονοθύελλα. Σοβαρά τώρα. Δεν κάνω πλάκα. Μου είναι αδύνατον να καθίσω πάνω από τριάντα δευτερόλεπτα; οπουδήποτε. Δεν πιστεύω στ’ αυτιά μου, ότι κάποιος πρότεινε αυτό το σχέδιο. Ο Captain είναι ήρεμος αλλά το είδα το φρυδάκι του που κουνιόταν.
Δεν τους παραδίδω με τίποτα. Θα κατέβουν απ’ το πλοίο μου μόνο αν μου βρείτε τρόπο αποβίβασης 150% σίγουρη.
Το θυρωρείο κάνει δυο βόλτες και φεύγει.
Νέο σχέδιο……. Άστο, σκέφτηκε η πλοιοκτήτρια εταιρεία. Μπλέξαμε με τα επιτελικά σαΐνια και μέχρι το Πάσχα ακόμα βόλτες θα κάνουμε.

Αναλαμβάνει την ευθύνη ο ιδιοκτήτης και αποφασίζει να μας πάει στον (κρατηθείτε) Τάραντα (απ’ το Δημοτικό είχα να το ακούσω αυτό το όνομα) στη Νότια Ιταλία (αν ψάχνετε είναι στη μπότα στο τακούνι από μέσα) στη μεγαλύτερη ναυτική βάση της Ιταλίας. Να πάει το καραβάκι μας, χωρίς κίνδυνο να βρει πουθενά και πάθουμε καμιά ζημιά, να πατήσουν και οι χριστιανοί (και άλλοι) χώμα. Τελεία και παύλα.
Και ξεκινήσαμε (χάλασε η μηχανή για κάνα δίωρο, αλλά τα γατόνια το φτιάξανε) Και πάμε Νότια τώρα!
Νύχτα πάλι! Δεν κοιμάμαι. Λιποθυμώ απ’ την κού��αση.

ΤΕΤΑΡΤΗ 31 ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ. Ξημέρωσε. Φτάσαμε στη νότιο Ιταλία.
Μέχρι το μεσημέρι είχαμε φτάσει στη βάση. Χιόνια παντού. Φαντάσου τι θα γινόταν στη Βόρειο Ιταλία.
Σα περιστέρια στο σύρμα, παγωμένους, θα μας μαζεύανε με κανένα (μεγαλύτερο) θυρωρείο.
Τέρμα τα ψέματα.
Ανέβηκε στο πλοίο Λιμενικός με στολή και σχέδιο (σωστό) αποβίβασης.

Σε λίγες ώρες έφτασαν μπουφάν παπούτσια κάλτσες, όλα τα κομφόρ. Δεν υπήρχε περίπτωση να μη κατέβουμε.
Μας περίμεναν 40 Νοσοκομειακά, (μόνο μη σε χάσουν οι Ιταλοί γιατί άμα σε βρουν Άρχοντας).
Κατεβήκαμε!!!!

Κύριε Οικονόμου, η αλήθεια είναι τι μας δώσανε οι Ιταλοί το όνομα του πλοίου, αλλά επειδή η επιχείρηση ήταν σε εξέλιξη, κάτι έγινε και ΞΕ��ΑΣΤΗΚΑΤΕ. Μόλις σήμερα ειδοποιήθηκα επίσημα εγώ ότι υπάρχετε.

Βουλιάξαμε γύρω στις 6 το πρωί της Κυριακής, πατήσαμε χώμα αργά το απόγευμα της Τετάρτης.
Εχει αρκετά ακόμη αλλά ίσως κάποια άλλη φορά.
12 και 59 μπήκα στο σπίτι μου.»