​H 34χρονη Μαρία περιγράφει την εμπειρία της για το πώς σπούδασε μέσα από τη φυλακή και λέει χαρακτηριστικά: «Χωρίς το σχολείο, δεν ξέρω πού θα ήμουν. Πάντως δεν θα ήμουν εδώ που είμαι σήμερα».

Η κοπέλα μπήκε το 2008 στο σωφρονιστικό ίδρυμα του Ελαιώνα και αποφυλακίστηκε το 2013 μετά από 4 χρόνια και 8 μήνες εγκλεισμού.

«Στο σχολείο ένιωθα πως κάνω κάτι για μένα. Πως δεν χάνω τον χρόνο μου, αλλά αντίθετα τον χρησιμοποιώ για να γίνω καλύτερη, να βοηθηθώ στην επανένταξή μου. Αν ο χρόνος που περνάς στη φυλακή είναι νεκρός, τότε είναι πολύ δύσκολη η επανένταξή σου όταν βγεις στην κοινωνία. Δεν γίνεσαι καλύτερος άνθρωπος. Κάθε κρατούμενος έχει δικαίωμα στην εκπαίδευση. Και όποιος πιστεύει το αντίθετο απλά δεν είναι άνθρωπος» λέει η ίδια και προσθέτει:

«Σήμερα μπορώ να πω πως, αν δεν είχα πάει στο σχολείο της φυλακής, θα ήμουν πολύ διαφορετικός άνθρωπος. Θα είχα πολύ θυμό μέσα μου. Θυμάμαι πως έλεγα από την πρώτη στιγμή: για μένα αυτό είναι το παράθυρο στον κόσμο. Εκεί δεν ένιωθα τον ρατσισμό της φυλακής. Ένιωθα ασφάλεια, ότι υπάρχουν άνθρωποι για μένα, να με βοηθήσουν αληθινά, να με δουν ως άτομο και όχι σαν αριθμό. Όλα αυτά έκαναν τη ζωή μου στη φυλακή πολύ διαφορετική. Επέστρεφα στο κελί μου κι έλεγα αύριο δίνουμε διαγώνισμα, πρέπει να διαβάσω. Δεν είναι εύκολο, αλλά είναι σημαντικό να έχεις στόχους μέσα στη φυλακή. Εγώ είχα έναν στόχο: να δώσω πανελλήνιες και να πετύχω».

Η Μαρία τέλειωσε το λύκειο μέσα στη φυλακή, έδωσε πανελλήνιες, αλλά δυστυχώς δεν κατάφερε να πετύχει, όπως άλλοι συμμαθητές της που πέρασαν -όπως μας λέει- σε σχολές νομικές, οικονομικές κ.α. Δεν πτοήθηκε όμως. Η ίδια λέει: « Τελείωσα το λύκειο. Κι αυτό είναι σημαντικό. Το απολυτήριο λυκείου με βοήθησε να βρω δουλειά. Φυσικά δεν είναι εύκολο, ειδικά σήμερα. Ακόμη και για θέσεις πωλητών ζητούν εξειδικευμένες γνώσεις. Έχω αλλάξει τρεις δουλειές. Αλλά, αν δεν είχα τελειώσει το λύκειο, όλα θα ήταν πολύ πιο δύσκολα».

Τώρα εργάζεται ως πωλήτρια ��αι βάζει κι άλλους στόχους. «Θέλω να συνεχίσω την εκπαίδευσή μου, επειδή έχω χάσει χρόνο. Άφησα χρόνια να περάσουν νεκρά. Περιμένω να βγουν οι νέες ειδικότητες και έχω σκοπό τον Ιανουάριο να γραφτώ σε δημόσιο ΙΕΚ. Με ενδιαφέρουν οι νέες τεχνολογίες και οι Ηλεκτρονικοί Υπολογιστές» αναφέρει και προσθέτει:

«Στο σχολείο των φυλακών βρήκα ανθρώπους που με στήριξαν. Με βοήθησαν να καταλάβω πως πρέπει να εξελίσσομαι ως άνθρωπος, να αντιλαμβάνομαι ποια είμαι, τι θέλω και να βάζω στόχου��. Ανοίγει ορίζοντες η μόρφωση. Μπορεί να χάσαμε πολύ παρόν, αλλά κοιτάμε το μέλλον».

Το σύστημα της φυλακής δεν έδειχνε να υποστηρίζει και πολύ το σχολείο
«Έζησα την αντίθεση ανάμεσα στο σκληρό πρόσωπο της φυλακής και των σωφρονιστικών από τη μία και το πρόσωπο του σχολείου από την άλλη, που ήταν η γέφυρά μας για τον έξω κόσμο. Οι καθηγητές, που ήταν εθελοντές, μας αντιμετώπιζαν όλους το ίδιο. Ακόμη κι αν είχες κάνει το χειρότερο αδίκημα. Από τους δεσμοφύλακες λίγοι καταλάβαιναν πραγματικά τι κάνουμε εμείς και οι καθηγητές μας. Οι υπόλοιποι ήταν όλο ειρωνείες. Φέρονταν λες και είσαι του χεριού τους, λες και δεν υπάρχει ζωή μετά».
Στο τέλος κάθε χρονιάς, η Μαρία και οι συμμαθητές της πήγαιναν σε σχολείο της Θήβας για να δώσουν εξετάσεις. Εκεί έγραψαν και Πανελλήνιες. «Κάθε φορά που βγαίναμε και μπαίναμε στη φυλακή περνούσαμε από εξονυχιστικό σωματικό έλεγχο, αφού πρώτα μας αφαιρούσαν κοσμήματα και ρούχα. Μας πήγαιναν με χειροπέδες στο σχολείο και μας τις έβγαζαν όταν μπαίναμε στην τάξη. Ήταν ψυχοφθόρο».
Στην αρχή, σημειώνει, η διαδικασία ήταν πρωτόγνωρη και για τους ανθρώπους στο σχολείο της Θήβας. Τους αντιμετώπιζαν με επιφυλακτικότητα. «Όταν πια γνωριστήκαμε και είδαν την προσπάθειά μας, άλλαξαν. Την τελευταία χρονιά, οι καθηγητές έκλαιγαν μαζί μας».
Όσο για τις συνθήκες κράτησης, η Μαρία περιγράφει: «Άθλιες σε όποια φυλακή πήγα. Στοιβαγμένοι σε ράντσα, μπάνιο με κρύο νερό, χωρίς θέρμανση. Στην Κρήτη ήμασταν 16 άτομα σε έναν χώρο τέσσερα επί τέσσερα. Τι να λέμε... Αν δεν έχεις περάσει την πόρτα της φυλακής, δεν μπορείς να φανταστείς τι συμβαίνει από πίσω».