Λίγο πριν οδηγηθεί στις φυλακές ο 31χρονος Αλβανός πιστολέρο του Μικρολίμανου που έσπειρε τον τρόμο σε μπαρ της περιοχής, όταν μια χορεύτρια αρνήθηκε σύμφωνα με μαρτυρίες, να φωτογραφηθεί μαζί του και να τον ακολουθήσει στις ανήθικες προτάσεις του, μίλησε στους αστυνομικούς και στον ανακριτή για τη νεαρή φίλη του.

«Αυτή μόνο με ηρεμούσε…», τους είπε και περιέγραψε την κοπέλα που αν και γνωρίστηκαν μόλις πριν 20 μέρες αποφάσισαν να μείνουν μαζί και να νοικιάσουν διαμέρισμα στο Μαρούσι.

Στην προανακριτική κατάθεση που έδωσε στους αστυνομικούς, ο 31χρονος μακελάρης περιέγραψε το χρονικό της σχέσης του και τα σχέδια που έκανε με την αγαπημένη του Ρεζάρτα, αλλά και την βοήθεια που του παρείχαν οι φίλοι του Όλντι και Κλόντι.

«Μετά από αυτό που έγινε στο καφενείο, περίπου δέκα μέρες μετά, γνώρισα στην Ομόνοια μια κοπέλα από την Αλβανία που τη λένε Ρεζάρτα. Η Ρεζάρτα πουλάει κάρτες VODAFONE στο Μετρό. Μου άρεσε και τα "φτιάξαμε". Αποφασίσαμε να συγκατοικήσουμε και ψάχναμε να βρούμε σπίτι. Βρήκαμε ένα στο Μαρούσι και πήγαμε να το νοικιάσουμε. Όταν πήγαμε για τα συμβόλαια, εκτός από την Ρεζάρτα και εμένα ήταν και μια φίλη της Αλβανίδα, που τη λένε Ίντα.

Πληρώσαμε 800 ευρώ για προκαταβολή και κλείσαμε το σπίτι. Τα λεφτά αυτά μου τα έδωσε ο Όλντι γιατί θα έμενε και αυτός με τον Κούμπα στο σπίτι. Τα είχε βρει γιατί είχε κλέψει 1.500 ευρώ από κάποιον μέσα στο λεωφορείο.

Το βάψαμε με τον Κούμπα και ήμασταν έτοιμοι να αγοράσουμε έπιπλα. Ενώ περιμέναμε να αγοράσουμε τα έπιπλα, αποφασίσαμε εγώ, ο Όλντι (καταζητούμενος), ο Κούμπα (Πολωνός καταζητούμενος) και ο Κλόντι (Γκλοντιάν συνελήφθη Σεπόλια μαζί με Δήμο Μέτσι), να φύγουμε από το ξενοδοχείο που μέναμε στη Καλλιθέα και να πάμε σε ένα πιο φθηνό στο Μικρολίμανο.

Νοικιάσαμε το 14 και το 15 δωμάτιο. Εκεί πήγαμε την προηγούμενη Πέμπτη. Την Παρασκευή το απόγευμα ήρθαν να μας δουν δύο φίλοι του Κλόντι και η Ρεζάρτα. Μόλις έφυγαν εγώ με τον Κλόντι και τον Όλντι πήγαμε στα Everest στη Συγγρού να πιούμε καφέ» είπε χαρακτηριστικά.

Στην συνέχεια ο Μπάκο αναφέρεται λεπτομερώς στα τελευταία λεπτά πριν την επίθεση στο μπάρ του Μικρολιμάνου, σε όσα έγιναν μέσα στο μαγαζί αλλά και στις κινήσεις που έκανε ο ίδιος λίγο μετά το χτύπημα .

«Μόλις τον ήπιαμε ο Όλντι και ο Κλόντι πήγαν να κλέψουν στο μετρό και εγώ γύρισα στο Μικρολίμανο. Όπως πήγαινα στο ξενοδοχείο άκουσα μουσική από ένα μαγαζί και μπήκα μέσα να πιω ένα ποτό. Κάθισα στο μπαρ, ήπια ένα ουίσκι και έπιασα κουβέντα με δύο κοπέλες που ήταν δίπλα μου.
Κέρασα κάτι σφηνάκια αυτές τις κοπέλες και την μπαργούμαν και παρήγγειλα και δεύτερο ουίσκι. Από το πρώτο ουίσκι όμως που είχα πιει δεν ένοιωθα καλά, είχε βαρύνει το κεφάλι μου, δεν μπορούσα να περπατήσω και δεν ήξερα τι έλεγα. Πήρα τηλέφωνο τον Όλντι και τον Κλόντι για να έρθουν εκεί. Ήρθαν ήπιαν ένα ποτό και φύγαμε και οι τρεις μαζί. Πήγαμε στο ξενοδοχείο, ανέβηκα στο δωμάτιο, πήρα το Καλάσνικοφ και γύρισα στο μαγαζί. Οι άλλοι μου έλεγαν να αφήσω το Καλάσνικοφ και να καθίσω στο ξενοδοχείο.

Εγώ όμως δεν τους άκουγα. Είχα τρελαθεί. Με το Καλάσνικοφ στα χέρια πήγα έξω από το μαγαζί που ήμουν πριν και πυροβόλησα 15-20 φορές στα τζάμια. Δεν ξέρω γιατί άρχισα να πυροβολώ. Δεν θυμάμαι τίποτα. Όταν σταμάτησα να πυροβολώ έφυγα τρέχοντας με το όπλo στα χέρια, σταμάτησα ένα ταξί που περνούσε, μπήκα μέσα και είπα στον οδηγό να με πάει βόλτα στην Αθήνα.

Όταν φτάσαμε στα δικαστήρια στην Αθήνα του είπα να σταματήσει. Τον πλήρωσα και έφυγε. Κοιμήθηκα εκεί σε κάτι δέντρα που έχει το πάρκο. Ήρθε ο Κλόντι να πάρει το Καλάσνικοφ για να το πετάξει. Μου είπε ότι θα το πέταγε στο Μικρολίμανο στη θάλασσα, εκεί κοντά που έριξα τους πυροβολισμούς. Μόλις έφυγε, ο Κλόντι, με πήρε τηλέφωνο ένας φίλος μου που είναι στις φυλακές της Πάτρας για ναρκωτικά. Τον λένε Ρίκου και είναι από την Αλβανία. Του είπα ότι ήθελα ένα σπίτι να κρυφτώ και μου είπε να πάω στο σπίτι του αδερφού του. Θα μου έστελνε αυτός έναν φίλο του για να με πάρει» είπε ο Αλβανός δράστης.

Στην αρχική του κατάθεση ο Μπάκο περιέγραψε και την τελευταία επαφή με την κοπέλα. Η αφήγηση του αρχίζει από το πρωί του Σαββάτου –λίγες ώρες μετά τους πυροβολισμούς στο μπαρ, όταν κρυβόταν κοντά στα δικαστήρια.

«Μετά από λίγη ώρα ήρθε στα δικαστήρια η Ρεζάρτα. Μόλις έφθασε μπήκαμε και οι δύο στο ταξί και μας πήγε στο σπίτι που πιάσατε σήμερα. Φθάσαμε εκεί, μέσα στο σπίτι ήταν ο αδερφός του Ρίκου και άλλο ένα παιδί. Ενώ ήμουν εκεί, με πήρε τηλέφωνο ο Ρίκου και με ρώτησε αν αυτό που έλεγαν στην τηλεόραση για τους πυροβολισμούς στο Μικρολίμανο το είχα κάνει εγώ. Εγώ του είπα ναι και μου είπε να φύγω από το σπίτι για να μην μπλέξει ο αδερφός του. Μόλις έφυγε η Ρεζάρτα από το σπίτι και πήγε στο δικό της, με πήρε τηλέφωνο και με ρώτησε το ίδιο, αν είχα κάνει κάτι. Μου είπε ότι ήθελε να πάρει την προκαταβολή που είχαμε δώσει για το σπίτι πίσω και ότι δεν ήθελε να έχει καμία σχέση μαζί μου. Τις επόμενες μέρες δεν βγήκα καθόλου από το σπίτι, μου έφερναν φαγητό και είχα αποφασίσει να μείνω λίγα βράδια μέχρι να βρω που θα πάω. Όμως με προλάβατε εσείς και με πιάσατε» είπε χαρακτηριστικά.