​«Μου λείπει η μητέρα μου, μου λείπει κάθε μέρα. Γιατί πρέπει εγώ να ερευνώ;» αναφέρει στην κάμερα του Star με δάκρυα στα μάτια ο Μάικλ Πόρτερ ζητώντας απαντήσεις για το θάνατο της μητέρας του, της Βρετανίδας Τζιν Χάνλον, που έμενε μόνιμα στην Κρήτη, μέχρι που ανασύρθηκε νεκρή από το λιμάνι του Ηρακλείου τον Μάρτιο του 2009.
Ερωτικό έγκλημα ή δυστύχημα; Από πρόθεση ή κατά λάθος; Αυτά και άλλα πολλά ακόμη ερωτήματα βασανίζουν για πέντε χρόνια τώρα τους γιους της άτυχης γυναίκας που ζητούν να αρχίσουν και πάλι οι έρευνες για τον μυστηριώδη θάνατο της μητέρας τους, που, αρχικά, θεωρήθηκε δυστύχημα.

«Είτε είναι δυστύχημα, είτε κάποιος είχε σκοπό να σκοτώσει τη μητέρα μας, κάποιος έριξε το σώμα της στο νερό.» αναφέρει ο γιος της.

Η Τζιν Χάνλον είχε εντοπιστεί νεκρή μέσα στη θάλασσα, κοντά στον Κούλε Ηρακλείου. Η πρώτη ιατροδικαστική έκθεση απέδιδε τον θάνατό της σε πνιγμό. Κακώσεις που βρέθηκαν στο λαιμό της εξηγήθηκαν ως συνέπεια της πτώσης της στο νερό. Το συμπληρωματικό πόρισμα, ωστόσο, έκανε λόγο για μεταθανάτια τοποθέτηση του σώματός της στη θάλασσα.

«Σύμφωνα με τη δεύτερη ιατροδικαστική η οποία έγινε λίγο καιρό μετά από την πρώτη, έχουμε μάλλον ως δεδομένο ότι εισήλθε στο νερό αφού είχε πεθάνει, είχε, ήδη, σκοτωθεί. Υπήρχαν και τραύματα πίσω στο κεφάλι, που αυτό, ενδεχομένως, είτε να είναι κάποια κακόβουλη ενέργεια, είτε μπορεί να είναι και από ατύχημα όπως λέει ο ιατροδικαστής, μπορεί να είναι και από κάποιο μηχανάκι και τα άτομο να θέλησε να το αποκρύψει και να το πέταξε στο νερό.» υπογραμμίζει ο δικηγόρος της οικο��ένειας Απόστολος Ξυριτάκης.

Στο πλαίσιο της έρευνας που διενήργησε το Λιμενικό κλήθηκαν να καταθέσουν ένας Βέλγος και ένας Έλληνας, φίλοι και οι δύο της Τζιν, που, αρχικά θεωρήθηκαν ύποπτοι. Με βούλευμα του εισαγγελέα, όμως, ζητήθηκε να μην ασκηθούν ποινικές διώξεις καθώς δεν υπήρχαν επαρκή στοιχεία.

Όπως υποστηρίζει ο Μάικλ, το μοιραίο εκείνο βράδυ, η μητέρα του είχε πάει σε ένα επαγγελματικό ραντεβού στις Γούβες όπου και διέμενε τον τελευταίο καιρό. Στη συνέχεια και σύμφωνα με όσα κατέθεσε ο Βέλγος φίλος της, πήγε στο λιμάνι του Ηρακλείου για ποτό με κάποιον άνδρα, τον οποίο, οι Αρχές δεν έχουν καταφέρει να εντοπίσουν μέχρι σήμερα. Μάλιστα, ενώ ήταν για ποτό με τον άγνωστο άνδρα, φέρεται να έστειλε στον Βέλγο φίλο της ένα μήνυμα στο οποίο έγραψε μόνο μια λέξη: βοήθεια!

«Έστειλε ένα μήνυμα, με το οποίο ζητούσε βοήθεια, δεν είμαστε σίγουροι, αν ήταν “Βοήθεια, φοβάμαι» ή «Βοήθεια, βαριέμαι» . Αργότερα κανείς δεν είδε ούτε άκουσε κάτι για τη μητέρα μου.» πρόσθεσε ο Μάικλ Πόρτερ.

Ο 29χρονος γιος της άτυχης γυναίκας θεωρεί πιθανό το ενδεχόμενο να πρόκειται για ερωτικό έγκλημα, καθώς η μητέρα του είχε αναφερθεί στο ημερολόγιο που κρατούσε, σε έναν άνδρα με τον οποίο είχαν χωρίσει, πρόσφατα, με άσχημο τρόπο. Το μυστήριο γύρω από τον θάνατο της Τζιν Χάνλον εντείνεται και από μαρτυρίες φίλων και γειτόνων, σύμφωνα με τις οποίες, ένας άνδρας γύρω στα πενήντα φέρεται να την παρακολουθούσε την ημέρα που εξαφανίστηκε.

«Έγραφε τα πάντα λεπτομερώς στο ημερολόγιο της μέχρι το πρωί που εξαφανίστηκε και είχε αναφερθεί σε ένα άνδρα που λέγεται.. τον οποίο, δεν έχει βρει η Αστυνομία, δεν έχει βρει ποιος είναι ακόμη και είχαν μια διαφωνία, δεν ήταν πολύ χαρούμενη με τη σχέση. Δεν ήθελε να έχει καμιά σχέση μαζί του. Οπότε, ίσως αυτός να είναι ο άνδρας ο οποίος την παρακολουθούσε εκείνη τη Δευτέρα και τελικά η μαμά μου είπε, εντάξει, θα έρθω για ένα ποτό.» τονίζει ο Μάικλ Πόρτερ.

Για μία ευγενική και ήρεμη γυναίκα που βοηθούσε τους συνανθρώπους της κάνει λόγο η πιο κοντινή της φίλη στο Ηράκλειο. «Ήταν πολύ καλή και φιλική. Ήταν πολύ προσιτή, έκανε τα πάντα για να βοηθήσει όποιον είχε ανάγκη. Ήταν χαρούμενη και έκανε πράγματα για ανθρώπους που δεν γνώριζε. Αν κάποιος είχε ένα ατύχημα, θα τον επισκεπτόταν στο νοσοκομείο, τέτοιος άνθρωπος ήταν. Πραγματικά, δεν ξέρω τι συνέβη, θα ήθελα να πιστεύω ότι ήταν δυστύχημα.» τονίζει η Λάβαντερ Κόνλη.

Ο δικηγόρος της οικογένειας της Τζιν Χάνλον προτίθεται να καταθέσει στον εισαγγελέα Ηρακλείου αίτηση για επανεξέταση της υπόθεσης μετά τα νέα στοιχεία που έχει στα χέρια του.

Εδώ και ένα χρόνο, οι γιοι της γυναίκας επιχειρούν να συγκεντρώσουν υπογραφές μέσω του διαδικτύου με στόχο να βγει από το συρτάρι η υπόθεση και να αρχίσει νέος κύκλος ερευνών.