​Σε ανακοίνωση που εξέδωσε την Πέμπτη το Κέντρο Ελέγχου και Πρόληψης Νοσημάτων (ΚΕΕΛΠΝΟ) μετά τα δημοσιεύματα για την έξαρση γαστρεντερίτιδας σε ξενοδοχείο της Ρόδου αναφέρει ότι το Κέντρο είχε ειδοποιηθεί εξαρχής για την επιδημία και είχε στενή συνεργασία με τη Διεύθυνση Δημόσιας Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης της Περιφερειακής Ενότητας Δωδεκανήσου.

«Τα Εργαστήρια του δικτύου των Εργαστηρίων Δημόσιας Υγείας (ΚΕΔΥ-ΠΕΔΥ) διερεύνησαν από τις 14/8 έξαρση κρουσμάτων γαστρεντερίτιδας που σημειώθηκε σε ξενοδοχειακή μονάδα της Ρόδου» επισημαίνεται στην ανακοίνωση.

Σύμφωνα με τα διαθέσιμα επιδημιολογικά δεδομένα το ΚΕΕΛΠΝΟ αναφέρει ότι:

Το φαινόμενο ξεκίνησε στις 12 Αυγούστου 2014 και αφορούσε σε ήπιας συμπτωματολογίας γαστρεντερίτιδα (έμετοι και διάρροιες διάρκειας 1-2 ημερών), τόσο σε ενοίκους όσο και σε εργαζομένους της εν λόγω ξενοδοχειακής μονάδας.

• Κρούσματα αναφέρθηκαν κυρίως μέχρι τις 18/08/14, ενώ το ποσοστό των καταγεγραμμένων κρουσμάτων σε ενοίκους και εργαζομένους δεν ήταν ανησυχητικό.

• Κανένα περιστατικό δε χρειάστηκε νοσηλεία.

• Δεν παρατηρήθηκε μεγαλύτερος αριθμός κρουσμάτων σε κάποιο συγκεκριμένο group ή σε κάποιο συγκεκριμένο όροφο του ξενοδοχείου και μεταξύ των κρουσμάτων υπάρχουν άτομα πολλαπλών εθνικοτήτων.

• Αποτελέσματα εργαστηριακού ελέγχου σε κλινικά δείγματα αναμένονται τις επόμενες ημέρες.

• Το ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ. δεν έχει ενημερωθεί για παρόμοιο συμβάν σε άλλες ξενοδοχειακές μονάδες της Ρόδου αυτή την περίοδο, ενώ δεν παρατηρείται αύξηση των κρουσμάτων γαστρεντερίτιδας στην κοινότητα πέρα από τα αναμενόμενα για την εποχή επίπεδα σύμφωνα με τις τοπικές υπηρεσίες υγείας.

Το Γραφείο Τροφιμογενών Νοσημάτων του ΚΕΕΛΠΝΟ έχει συστήσει μέτρα για την αποτελεσματική και άμεση αντιμετώπιση εμφάνισης γαστρεντερίτιδας σε ενοίκους ή προσωπικό του ξενοδοχείου σύμφωνα με σχετικές οδηγίες, που είχαν κοινοποιηθεί τον Ιούνιο 2014 στο Ξενοδοχειακό Επιμελητήριο και τις Δ/νσεις Δημόσιας Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης των Περιφερειακών Ενοτήτων της χώρας.

Το ΚΕΕΛΠΝΟ έχει ήδη ενημερώσει τους αρμόδιους Ευρωπαϊκούς φορείς δημόσιας υγείας σχετικά με το θέμα και σε συνεργασία με τους τοπικούς φορείς δημόσιας υγείας θα συνεχίσει να παρακολουθεί το φαινόμενο.