​«Το παλικάρι μας χάθηκε το πρωί του Σαββάτου και το θάψαμε μετά από τέσσερις μέρες, την Τρίτη, γιατί μας είπαν πως έπρεπε να γίνει νεκροψία, αλλά επειδή η ιατροδικαστής βρισκόταν σε άδεια έπρεπε να στείλουν στην Αθήνα τη σορό του, να γίνει εκεί η νεκροψία και να γυρίσει πίσω για την ταφή. Ταλαιπωρήσανε το παιδί μας. Ταλαιπωρήσανε την ψυχούλα του. Τι θα πει «είχε άδεια η ιατροδικαστής; Δεν θα έπρεπε να υπήρχε άλλος στη θέση της;» με τα λόγια αυτά περιγράφουν το θρήνο τους οι γονείς ενός παλικαριού του Νίκου Ρουσσουνέλου που πέθανε σε τροχαίο σε δρόμο επαρχιακό της Σύρου.

Ο πόνος τους ξεχειλίζει και οι νωπές μνήμες κάθε μέρα πονάνε περισσότερο. Αρνούνται να συνειδητοποιήσουν πως ο Νίκος τους έφυγε για πάντα, πως δεν θα τον ξαναδούνε. Θεωρούν πως όλα όσα τους συμβαίνουν είναι ένα κακό όνειρο.

«Ανησυχήσαμε γιατί κόντευε επτά το πρωί δεν είχε έλθει. Ήταν επτά παρά δέκα και τον πήρα στο κινητό», λέει ο πατέρας προσθέτοντας «Το σήκωσε. Μας είπε να μην ανησυχούμε γιατί ήταν στο δρόμο και ερχόταν. Στις επτά και δέκα μας πήραν από το Νοσοκομείο και μας είπαν πως το παιδί μας σκοτώθηκε».

«Είχε τη μηχανή στο συνεργείο και έκανε ό,τι ήταν δυνατόν να την πάρει την Παρασκευή. Την πήρε με σκοπό να πάει στην Πάρο, στην αρραβωνιαστικιά του. Και η μηχανή αυτή ήταν μια από τις μεγάλες του αγάπες. Δεν πρόλαβε, τον πρόλαβε ο θάνατος και μας τον πήρε. Τον τριγύριζε από μικρός. Στα οκτώ του χρόνια το μικρό ποδήλατο που είχε ντελαπάρισε σε μια πέτρα, έπεσε και χτύπησε στο κεφάλι. Από τα δόντια του χάρου τον γλυτώσαμε τότε. Τώρα δεν ήταν το ίδιο, τον πήρε».

Στην συνέχεια ανέφερε πως «Κάποια Μέσα Ενημέρωσης έδειξαν μια διαλυμένη μηχανή, όχι τη δική του, για να δημιουργήσουν εντυπώσεις χωρίς να σκεφτούν τίποτα. Πρέπει να τον πήρε ο ύπνος ή να τον τύφλωσε ο ήλιος και χτύπησε στις προστατευτικές μπάρες. Ένας γνωστός μας, που κατέβαινε από το Δήλι εκείνη την ώρα, τον είδε που ανέβαινε και χαιρετήθηκαν. Δεν έτρεχε. Ούτε σημάδι δεν έχουν οι μπάρες από το χτύπη��α και στη μηχανή έσπασε μόνο το φανάρι και το φλας. Ο Νίκος μας έφυγε, αλλά ας μην βαρύνουνε την ψυχούλα του με ψέματα και κάνουν τον πόνο μας μεγαλύτερο».