​Η 16χρονη Νικολέτα γεννήθηκε με αχρονδοπλασία και από τις πρώτες μέρες της ζωής της άρχισε να μπαινοβγαίνει στα νοσοκομεία με πολλά προβλήματα υγείας. Η μητέρα της είναι ο φύλακας άγγελός της και ο βράχος που την στηρίζει σε όλες τις δυσκολίες.

«Το πρόβλημα της υγείας μου στάθηκε περισσότερο πρόβλημα για το πώς με κοιτάνε οι άλλοι. Τώρα τελευταία όμως έχει αρχίσει να φαίνεται και σε μένα γιατί πονάω, πονάω πολύ. Πονάω όταν περπατάω, πονάω όταν πέφτω», λέει η Νικολέτα.

Η μητέρα της κατάλαβε ότι κάτι δεν πάει καλά με το παιδί της, όταν λίγες μέρες μετά από την γέννησή της έπαθε αναρρόφηση. Τότε ήταν που την ενημέρωσαν ότι η κόρη της πάσχει από αχονδροπλασία και υδροκεφαλία.

Η μικρή από πολύ νωρίς γνώρισε την σκληρή πλευρά των ανθρώπων.

«Καταλάβαινα από μικρή ότι έχω κάτι γιατί έλεγαν πάντα ότι έχω μεγάλο κεφάλι, ότι περπατάω άσχημα και άλλα πολλά», λέει και παραδέχεται ότι δεν προσπάθησε ποτέ να κάνει φίλους.

Μητέρα και κόρη ταξίδεψαν στην Αμερική για να υποβληθεί η Νικολέτα στις απαραίτητες χειρουργικές επεμβάσεις στα πόδια της, ενώ τώρα δυσκολεύεται να περπατήσει.

Η μητέρα της είναι πάντα εκεί, στο πλευρό της για να τη βοηθάει σε όλα και κυρίως στο ψυχολογικό.

«Η μαμά μου με βοηθάει κ��ρίως στο ψυχολογικό, να μην νιώθω άδεια. Είναι μόνο ένας άνθρωπος, αλλά με γεμίζει. Με βοηθάει στις κινήσεις που δεν μπορώ να κάνω», είπε.

Οι μέρες στο σχολείο ήταν δύσκολες. Υπήρξαν πολλά παιδιά που την αγκάλιασαν λίγο πριν μπει στο νοσοκομείο, και πολλά άλλα όμως που την χλεύαζαν και την έκαναν να κλαίει κάθε μέρα.

Τελικά η Νικολέτα σταμάτησε το σχολείο στη Β΄ Γυμνασίου, αφού δεν άντεξε την κριτική των συμμαθητών της. Η μητέρα της είναι η μοναδική της φίλη και ο μόνος άνθρωπος που έχει στη ζωή της.

Η Άννα μεγαλώνει μόνη το παιδί της τα τελευταία πέντε χρόνια και δουλεύει όπου βρει για να τα βγάλει πέρα. Η οικονομική τους κατάσταση όμως δεν είναι καθόλου καλή και εδώ και ενάμισι μήνα μένουν σε ένα σπί��ι χωρίς ηλεκτρικό ρεύμα.

Η ζωή για μια ακόμα φορά δείχνει το σκληρό της πρόσωπο, όμως η Άννα και η Νικολέτα συνεχίζουν να κρατούν σφιχτά η μία το χέρι της άλλης και να ελπίζουν σε ένα καλύτερο αύριο.