​Όταν η ώρα πάει 23:30, ένας άλλος κόσμος ξεδιπλώνεται στον πεζόδρομο κατά μήκος της παραλίας του Παλαιού Φαλήρου. Όταν και οι τελευταίοι από τους περίοικους επιστρέφουν στα σπίτια τους, οι νεοάστεγοι, απλώνουν τις κουβέρτες τους και ξαπλώνουν για μια ακόμα νύχτα μέχρι να τους βρει το επόμενο πρωί.

«Ο ήλιος είναι το φυσικό μας ξυπνητήρι. Οι περισσότεροι φροντίζουμε να έχουμε μαζέψει τα πράγματά μας προτού έρθουν οι πρωινοί της παραλιακής. Δηλαδή ηλικιωμένοι που ζουν στην περιοχή και βγαίνουν από τις 06:30 το πρωί για περπάτημα �� για μπάνιο στη θάλασσα», λέει ο Γιώργος, ο οποίος κοιμάται εκεί εδώ και ένα μήνα.

astegos1.jpg

Αρχικά είχε βρει καταφύγιο στο Κέντρο της Αθήνας, όμως τόσο ο ίδιος, όσο και αρκετοί ακόμα άστεγοι που έμειναν πρόσφατα στον δρόμο προτιμούν να μεταφέρονται προς την παραλία πριν το καλοκαίρι.

Ο λόγος; Ασφάλεια, νερό, πρόσβαση σε τουαλέτες και ρεύμα. Ο κεντρικός δρόμος της παραλιακής τους προσφέρει αρκετή ασφάλεια, τα ενδιάμεσα πάρκα ρεύμα, οι ντουζιέρες στις πλαζ νερό και οι καφετέριες τουαλέτα.

Ο Γιώργος είναι 35 ετών και μένει στον δρόμο από το 2012. Μεγάλωσε χωρίς γονείς και όταν έχασε την δουλειά του, άρχισε και η κατηφόρα, με αποτέλεσμα να μείνει και χωρίς σπίτι. Περιουσία του είναι μια κουβέρτα, λίγα κουζινικά και κάποια ενθύμια που τα φυλά σαν κόρη οφθαλμού.

«Για εμάς, το να μας κλ��ψει κάποιος την πραμάτεια είναι σαν να μας παίρνει το σπίτι. Και δυστυχώς στο Κέντρο της Αθήνας οι κλοπές είναι καθημερινές. Εδώ είναι πιο ασφαλή τα πράγματα. Η λεωφόρος Ποσειδώνος έχει όλο το 24ωρο κίνηση. Μάθαμε να νανουριζόμαστε από τον ήχο των αυτοκινήτων», λέει.

astegos2.jpg

Τον δικό του Γολγοθά ανεβαίνει και ο Χένρικ από την Πολωνία που μένει στο δρόμο εδώ και δύο μήνες. Μέχρι πριν πέντε χρόνια ζούσε μια ήρεμη ζωή. Είχε το σπίτι του, ήταν παντρεμένος και εργαζόταν σε ένα σούπερ μάρκετ.

«Πέρασα δύσκολα παιδικά χρόνια. Ήρθα στην Ελλάδα για ένα καλύτερο αύριο. Εδώ γνώρισα τη σύζυγό μου. Το αδύνατο σημείο μου είναι το ποτό. Πίνω πολύ. Αυτός είναι και ο λόγος που με χώρισε η γυναίκα μου και έκτοτε άρχισε η κατρακύλα. Έφυγα από το σπίτι, με απέλυσαν από τη δουλειά μου και έμεινα μόνος. Ακόμα και οι λίγοι φίλοι μου με εγκατέλειψαν», λέει.

Κι εκείνος αρχικά περιπλανιόταν στο Μοναστηράκι, όμως όπως λέει, εκεί τα πράγματα ήταν πολύ άγρια. Του έκλεψαν τα ελάχιστα πράγματα που είχε και έτσι αποφάσισε να πάει στην παραλιακή.

«Ευτυχώς, ποτέ μέχρι σήμερα δεν έχει έρθει κάποιος να μου κάνει παρατήρηση. Βέβαια, φροντίζω κι εγώ να μην ενοχλώ και να είμαι διακριτικός. Καμιά φορά περιμένουν με υπομονή να τελειώσω το μπάνιο μου για να πάρουν σειρά», λέει ο Χένρικ.