​Η απόρρητη Έκθεση του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους για τις γερμανικές επανορθώσεις για τον Α’ και Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο δημοσιεύεται εκ νέου σήμερα, ημέρα που ξεκινά ουσιαστικά η επίσκεψη του Γερμανού προέδρου Γιόακιμ Γκάουκ στη χώρα μας.

Σύμφωνα με αυτή που είχε παραγγελθεί από τον πρώην υπουργό Εξωτερικών Δημήτρη Αβραμόπουλο στο Νομικό Συμβούλιο του Κράτους, αποκαλύπτεται ότι η Ελλάδα δεν έχει διεκδικήσει ούτε τις πολεμικές επανορθώσεις από τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο! Ταυτόχρονα όμως διαβεβαιώνει ότι η Ελλάδα δεν έχει αποποιηθεί των αξιώσεών της.

Στα συμπεράσματα της Έκθεσης μεταξύ άλλων αναφέρονται:

• Δεν προκύπτει ότι έχει καταβληθεί κάποιο ποσό για εξόφληση των απαιτήσεων της χώρας σχετικά με την αποπληρωμή του «κατοχικού δανείου»

• Από το αρχειακό υλικό δεν προκύπτει καταβολή αποζημίωσης σε ιδιώτες για υλικές ζημιές που υπέστησαν κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο στις ιδιωτικές τους περιουσίες

• Για τις απαιτήσεις από τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο προκύπτει ότι έχουν καταβληθεί:

-115 εκατομμύρια γερμανικά μάρκα για παροχές υπέρ Ελλήνων υπηκόων που εθίγησαν από εθνικοσοσιαλιστικά μέτρα δίωξης.

-4.800.000 γερμανικά μάρκα για αποζημιώσεις αφαιρεθέντων καπνών.

-Ποσοστό τουλάχιστον 0,93% για Επανορθώσεις που εμπίπτουν στην κατηγορία Α΄ (Συμφωνία των Παρισίων του 1946-Μέρος 1).

• Στο αρχειακό υλικό βρέθηκαν αναφορές με επιστημονική τεκμηρίωση, σύμφωνα με τις οποίες οι απαιτήσεις της χώρας μας από το «κατοχικό δάνειο» (ως ιδιάζουσα περίπτωση, η οποία αποτελεί συμβατική υποχρέωση) μπορεί να μην ενταχθεί στη γενικότερη ρύθμιση των γερμανικών Επανορθώσεων αλλά να επιδιωχθεί διακανονισμός στη βάση της συμφωνίας του Μαρτίου του 1942 (Ρώμη). Το θέμα αυτό χρήζει περαιτέρω εξέτασης από ειδικούς.

Κατοχικό δάνειο – έκθεση Λαμπρούκου

Η απόρρητη Έκθεση του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους δίνει ιδιαίτερη έμφαση στην Έκθεση Λαμπρούκου, μετέπειτα γενικού διευθυντή του υπουργείου Συντονισμού και τότε στελέχους του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους, υπεύθυνου χειριστή των θεμάτων σχετικών με την όλη διαδικασία των προκαταβολών προς τα στρατεύματα κατοχής, μετέπειτα γενικού διευθυντή του υπουργείου Συντονισμού.

Σύμφωνα με την Έκθεση μέχρι τη 31/12/1941 είχε καταβληθεί στη χρηματοδότηση των αρχών κατοχής μέσω της τραπέζης της Ελλάδος το συνολικό ποσό των 20.061.086.000 δρχ. στο οποίο πρέπει να προστεθεί το ποσό των 1.733.918.700 μεσογειακών δραχμών που εντωμεταξύ είχαν και αυτές αποσυρθεί και καταστραφεί.

Το ποσό αυτό που είχε διατεθεί για τις ανάγκες των αρχών κατοχής , αντιστοιχεί στο 45% περίπου του κυκλοφορούντος χρήματος. Υπενθυμίζεται ότι από 18/07/1941 με διαταγή του τότε υπουργού Οικονομικών κ. Γκοτζαμάνη όλες οι δημόσιες υπηρεσίες διατάχθηκαν, τα περιεχόμενα σε αυτές μάρκα κατοχής να μην κυκλοφορούν πλέον, αλλά να παραδίδονται στην Τράπεζα της Ελλάδος, η οποία είχε την υποχρέωση να αντικαθιστά τα κατοχικά χαρτονομίσματα με βάση νέες ισοτιμίες.

Σύμφωνα πάντα με την Έκθεση, κατά το έτος 1942 συνεχίστηκαν με διαρκώς αυξανόμενους ρυθμούς οι αξιώσεις και καταβολές δαπανών κατοχής. Έτσι για το πρώτο τρίμηνο του 1942 παραδόθηκαν τον Ιανουάριο στις γερμανικές αρχές 13.966.000.000 δρχ., στις ιταλικές αρχές 3.530.000.000 δρχ. και 448.920.000 μάρκα.

Με το υπ’ αριθμός 160 της 23ης Μαρτίου 1942 έγγραφο του πληρεξουσίου του Ράιχ για την Ελλάδα προς τον πρωθυπουργό της Ελλάδας καθορίζονται τα έξοδα κατοχής σε 1.500.000.000 δρχ.

Για τις πέραν του ποσού αυτού αναγκαίες καταβολές προς τις αρχές κατοχής θα χρεωνόταν ειδικός άτοκος λογαριασμός σε βάρος της γερμανικής και ιταλικής κυβέρνησης. Η ρύθμισητων καταβολών αυτών θα λάμβανε ρύθμιση αργότερα.

Τα καταβαλλόμενα ποσά προς τις αρχές κατοχής διαρκώς αυξάνονταν και η κυκλοφορία των τραπεζογραμματίων της Τράπεζας της Ελλάδος συνεχώς μεγάλωνε εξαιτίας των μεγάλων αναλήψεων από τις γερμανικές και τις ιταλικές αρχές.

Οι τιμές αυξάνονταν και το ελληνικό δημόσιο ήταν υποχρεωμένο να προβαίνει σε αυξήσεις των μισθών και των συντάξεων , να αυξάνει γενικά τις δαπάνες του και επομένως να συμβάλει και αυτό έστω με μικρότερο σχετικά ποσό, στην αύξηση της κυκλοφορίας του χρήμ��τος.

Στις 30 Απριλίου του 1942 η κυκλοφορία ανερχόταν σε 79 περίπου δισ. Από τα οποία τα 47 δισ. αποτελούσαν προκαταβολές στις αρχές κατοχής, δηλαδή το 60% της συνολικής κυκλοφορίας.

ΟΛΟΚΛΗΡΗ Η ΕΚΘΕΣΗ ΕΔΩ