Ένα βιωματικό αφιέρωμα στην περιοχή της Μάνης δημοσίευσε στην ιστοσελίδα της η κορυφαία αμερικάνικη εφημερίδα, Washington Post, στο οποίο ο Roberto Loiederman αναφέρει την προσωπική του εμπειρία, αναδεικνύοντας τις ομορφιές της χώρας μας, αλλά και τα μαθήματα ζωής που πήρε.

Ο Roberto Loiederman, μαζί με τη γυναίκα του, τον αδερφό της και τη σύζυγό του αλλά και την 93 ετών πεθερά του, έμειναν σε ένα σπίτι στην Μάνη της Πελοποννήσου, όπου κανείς τους δεν είχε πάει ξανά ποτέ.

«Συναντηθήκαμε με τους συγγενείς στο αεροδρόμιο της Αθήνας, στη συνέχεια οδηγήσαμε το νοικιασμένο μας αυτοκίνητο διασχίζοντας την Πελοπόννησο, προς την Καλαμάτα, όπου, ναι, φάγαμε εξαιρετικές ελιές. Από εκεί πήραμε το φιδωτό δρόμο, δύο λωρίδων, προς το νότο, με το Μεσσηνιακό κόλπο στα δεξιά μας και τον Ταΰγετο στα αριστερά μας.

Είναι μια συναρπαστική είσοδος στη Μάνη, μια χερσόνησο, που εξέχει προς τη Μεσόγειο, θυμίζοντας το σκληρό, κυρτό δάχτυλο μιας μάγισσας.» αναφέρει μεταξύ άλλων στο άρθρο του.

Τα 5 μέλη της οικογένειας έφτασαν στο Νεοχώρι όπου και εγκαταστάθηκαν.

«Το Νεοχώρι, από όσο μπορούσαμε να δούμε, ήταν καθαρό και ήσυχο. Ίδιο με την απεικόνιση στην ιστοσελίδα, το ενοικιαζόμενο ήταν ένα πέτρινο σπίτι, πλήρως ανακαινισμένο, με σύγχρονο εσωτερικό, με πολλές συσκευές εξοικονόμησης ενέργειας και ζεστές πινελιές.

Μετά την εγκατάσταση μας, συγκεντρωθήκαμε στο επάνω αίθριο, που είχε θέα στον κόλπο και τα βουνά. Ήπιαμε τσάι, απολαμβάνοντας το λάλημα των πετεινών, τον μοναδικό ήχο στο χωριό.»

Ο Roberto Loiederman συνεχίζει το άρθρο σημειώνοντας «Την επόμενη μέρα, εμπνευσμένος από τον ατρόμητο Φέρμορ, ξύπνησα την αυγή και περπάτησα μόνος κατά μήκος ενός στενού μονοπατιού, στρωμένου με επίπεδες πέτρες σ�� περίεργα μεγέθη. Μέρος της διαδρομής από το Νεοχώρι μέχρι το γειτονικό χωριό ήταν χορταριασμένη, ακανθώδης και κατάφυτη. Η μυρωδιά του φασκόμηλου ήταν διάχυτη και κυκλάμινα φύτρωναν ανάμεσα στα βράχια.

Ψηλότερα, η διαδρομή περνούσε δίπλα από ελαιώνες. Όλα αυτά είχαν μια σκληρή, έντονη ομορφιά. Χρειάστηκε μια ώρα για να περπατήσω μέχρι την Καστάνια. Κοντά στην πλατεία του χωριού, μια γυναίκα, που στεκόταν μπροστά σε έναν πέτρινο τοίχο, μάζευε σύκα από ένα δέντρο που ήταν δίπλα σε ένα σπίτι και έμοιαζε εγκαταλελειμμένο.

Στην πλατεία, μια ομάδα ανδρών καθόταν έξω από δυο ταβέρνες, μιλώντας και πίνοντας ρετσίνα ή καφέ. Περιγράφοντας μια παρόμοια σκηνή τη δεκαετία του 1950, ο Φέρμορ έγραψε ότι οι κάτοικοι που συνάντησε στις ταβέρνες απέφευγαν να μιλούν για την πολιτική και αντ' αυτού μιλούσαν για ναυάγια, για το Λόρδο Βύρωνα, την πτώση του Βυζαντίου, τη μετανάστευση των πουλιών ή τα κακά του να καπνίζεις χασίς.
Οι άνδρες στις ταβέρνες στην Καστάνια, ήταν αυτοί που μιλούν για χασίς και ναυάγια ή αυτοί που μιλούν για την πιθανή βύθιση του "πλοίου" της ελληνικής οικονομίας;»

Ο αρθρογράγος καταλήγει τονίζοντας «Ο δρόμος μέσα από το εγκαταλελειμμένο χωριό ήταν γεμάτος αυτοκίνητα από άκρη σε άκρη. Ένας γάμος ήταν σε εξέλιξη. Ένας γάμος; Σε ένα χωριό φάντασμα, γνωστό κυρίως για τις βεντέτες του; Παράξενο. Αλλά εκεί ήταν η νύφη, ο γαμπρός, οι επισκέπτες, ο ιερέας, τα φαγητά, η διακόσμηση, τα μπαλόνια, η μουσική, μια χαρούμενη γιορτή σε εγκαταλελειμμένα σπίτια και μπαλκ��νια.

Έμοιαζε τόσο ζωντανό, όπως το γέλιο στην ατυχία. Όπως ο χορός του Ζορμπά, μετά την καταστροφή ή όπως οι χωριανοί που πίνουν ρετσίνα σε μια ταβέρνα, ενώ η οικονομία της χώρας τους μπορεί να καταρρεύσει.

Πήγαμε στη Μάνη καθαρά από τύχη, για μια οικογενειακή συγκέντρωση. Αλλά καθώς οι μέρες περνούσαν, πάρα πολύ γρήγορα, κατάλαβα ότι είναι αδύνατο να περάσει κανείς χρόνο εκεί, χωρίς να πάρει τουλάχιστον μερικά μαθήματα ζωής.»