Στις 9 Δεκεμβρίου, στο Μεικτό Ορκωτό Δικαστήριο Αθηνών, θα δικαστούν τελικά οι δυο κατηγορούμενοι για τις επιθέσεις με μολότοφ στην τράπεζα Μαρφίν και το βιβλιοπωλείο Ιανός, όπου έχασαν τις ζωές τους τρείς υπάλληλοι της τράπεζας και κινδύνευσαν 24 άτομα εντός του βιβλιοπωλείου.

Η παραπομπή των δυο έρχεται μετά το παραπεμπτικό βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών , το οποίο εκδόθηκε τον περασμένο Μάιο , τρία χρόνια μετά τη δολοφονική επίθεση στο υποκατάστημα της τράπεζας Μarfin στην οδό Σταδίου στις 5 Μαΐου 2010, όπου έχασαν τη ζωή τους τρεις άνθρωποι (η μία ήταν η Αγγελική Παπαθανασοπούλου, η οποία μάλιστα ήταν και έγκυος) που δούλευαν στην τράπεζα αλλά και τον εμπρησμό στο βιβλιοπωλείο «Ιανός», όπου κινδύνεψαν 24 άτομα που βρίσκονταν εντός αυτού.

Mε το βούλευμα, παραπέμπεται ως υπαίτιος της επίθεσης στην τράπεζα ο Θεόδωρος Σίψας, ο οποίος κατηγορείται για τα αδικήματα της «ανθρωποκτονίας εκ προθέσεως τελεσθείσας σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, κατά συναυτουργία και κατά συρροή τετελεσμένης και εν απόπειρα, της εκρήξεως εκ της οποίας επήλθε θάνατος και κίνδυνος για ανθρώπους και ξένα πράγματα, της κατασκευής και κατοχής εκρηκτικής βόμβας και της απρόκλητης φθοράς ξένης περιουσίας δια εκρήξεως από πρόσωπο που είχε καλυμμένα τα χαρακτηριστικά του προσώπου του».

Κατά τους δικαστές οι δολοφονικές επιθέσεις ήταν σχεδιασμένες βήμα-βήμα και υπήρχε προμελέτη των εγκλημάτων: «Ενεργώντας κατόπιν συναποφάσεως με κοινή δράση και κοινό ανθρωποκτόνο δόλο, με άλλους δύο δράστες, σε κατάσταση ψυχικής ηρεμίας και γνωρίζοντας ότι εντός του διώροφου κτιρίου ευρίσκοντο άνθρωποι... εκσφενδόνισε βόμβα μολότοφ, προξενώντας έκρηξη και πυρκαγιά εξαιτί��ς της οποίας επήλθε ο θάνατος της εγκύου Αγγελικής Παπαθανασοπούλου, της Παρασκευής Ζούλια και του Επαμεινώνδα Τσάκαλη.

Η επίθεση αποδίδεται, σε ομάδα τουλάχιστον 11 ατόμων οι οποίοι, σύμφωνα με το βούλευμα, ήταν ανάλγητοι στις κραυγές απόγνωσης των υπαλλήλων της τράπεζας.

«Να καείτε ρε»

«Στις προτροπές των υπαλλήλων της τράπεζας οι οποίοι από τους εξώστες τους καλούσαν να μην προβούν στον εμπρησμό λόγω των υπαρχόντων ανθρώπων εντός αυτής εκείνοι ουδόλως υπαναχώρησαν αλλά ��ντιθέτως απευθυνόμενα κυνικά τους υπαλλήλους με τις φράσεις ‘Να καείτε μ... να καείτε, σε τράπεζα δουλεύετε’, επέδραμαν στην ανωτέρω τράπεζα»…

Στο εδώλιο μαζί με τον Σίψα θα καθίσει και ο Παύλος Αντρέεβ, ως υπαίτιος της επίθεσης στο βιβλιοπωλείο «Ιανός», κατηγορούμενος για τα αδικήματα της «απόπειρας της ανθρωποκτονίας τελεσθείσας σε ήρεμη ψυχική κατάσταση». Οι δυο κατηγορούμενοι φέρονται κατά το βούλευμα να συμμετείχαν στην ίδια ομάδα:

«Η ομάδα λίγο πριν την επίθεση είχε συνάντηση στο μέσο της Σταδίου όπου και συντόνισε τις επιθέσεις. Στη συνέχεια έσπασε σε δύο κομμάτια, μία με τέσσερις δράστες οι οποίοι και επιτέθηκαν στον Ιανό και μία ακόμα αποτελούμενη από τρεις -και υπό τον προστατευτικό κλοιό άλλων- η οποία κινήθηκε κατά της Marfin. Στην ομάδα, αυτή, όπως σημειώνεται στο βούλευμα συμμετείχε και μια ξανθιά γυναίκα».

Είχαν αφεθεί ελεύθεροι

Οι δυο κατηγορούμενοι πάντως μετά τις απολογίες τους στον ανακριτή στις αρχές του έτους είχαν αφεθεί ελεύθεροι. Ο 30χρονος κατηγορούμενος για τον εμπρησμό της Marfin μάλιστα είχε προκαλέσει διαφωνία εισαγγελέα και ανακριτή την οποία έλυσε υπέρ του το δικαστικό συμβούλιο, εκτιμώντας τότε ότι δεν αναγνωρίστηκε από αυτόπτες μάρτυρες ενώ υπήρχε στη δικογραφία φωτογραφία από κάμερα ασφαλείας που τον εμφάνιζε να βρίσκεται στην Ομόνοια ένα τέταρτο πριν από την επίθεση με άλλα ρούχα. Επίσης τα εργαστήρια της αστυνομίας δεν τον είχαν ταυτοποιήσει με τη φωτογραφία του δράστη, γεγονός που κατά τους συνηγόρους αποδεικνύει πώς δεν υπάρχει απολύτως κανένα στοιχείο σε βάρος του.

Παρόλα αυτά το βούλευμα θεωρεί πώς επειδή ακριβώς εικονίζεται με άλλα ρούχα, αυτό είναι επιβαρυντικό στοιχείο για αυτόν (!!!) καθώς όπως λένε οι δικαστές, «αποτελεί πρακτική σε αυτές τις περιπτώσεις να αλλάζουν ρούχα οι δράστες».

Ο εκ των συνηγόρων υπεράσπισης, Δ. Κατσαρής, κάνει λόγο «για ένα άθλιο επικοινωνιακό παιχνίδι που στήθηκε από την Ασφάλεια και την πολιτική ηγεσία του υπουργείου Προστασίας του Πολίτη πάνω στους τάφους τριών νεκρών ανθρώπων. Ντροπή».