«Μας πήρε τηλέφωνο το βράδυ να περάσουμε από την καφετέρια που ήταν κι έβλεπε μαζί με την κοπέλα του κι έναν ακόμη φίλο του τον αγώνα. Όταν φτάσαμε, καθόταν ήδη εκεί παρέα με τους χρυσαυγίτες. Δεν φορούσαν διακριτικά μπλουζάκια, αλλά ήταν ξυρισμένοι, με παντελόνια παραλλαγής.

Δεν υπήρξε καμία λογομαχία, δεν ξέρω όμως αν είχε γίνει κάτι πριν πάμε εμείς. Το κλίμα ήταν βαρύ μεταξύ μας. Όταν τελείωσε ο αγώνας, βγήκαμε έξω από την καφετέρια και μας περίμεναν 20 άτομα της Χρυσής Αυγής δίπλα από τα αυτοκίνητά μας. Αρχίσαμε να τρέχουμε με σκοπό να φτάσουμε στην κεντρική λεωφόρο της Τσαλδάρη και να τους αποφύγουμε. Μας περικύκλωσαν 45 άτομα της Χρυσής Αυγής με ρόπαλα στα χέρια, πάνω από την Τσαλδάρη κάποιοι χρυσαυγίτες είχαν κλείσει με τα αμάξια τους τη λεωφόρο, την οποία ανέβαιναν ανάποδα με τα αυτοκίνητά τους.

Νιώσαμε ότι δεν θα γλιτώσουμε εύκολα από αυτούς. Ο Παύλος μας φώναξε «τρέξτε, τρέξτε». Αρχίσαμε να τρέχουμε. Ο Παύλος σταμάτησε να τρέχει για να τους καθυστερήσει και να τους απωθήσει, να μην φτάσουν σ’ εμάς. Αρχίσανε να παλεύουν. Πήγε να φύγει, εκείνη τη στιγμή κατέβηκε ένας χρυσαυγίτης από ένα αμάξι που ήταν παρκαρισμένο δίπλα. Ο Παύλος του φώναξε «τι θα γίνει, θα μας σκοτώσετε τώρα;».

Κι εκείνος τον μαχαίρωσε. Του κάρφωσε το στιλέτο στην καρδιά. Μετά αρχίσανε οι χρυσαυγίτες να τρέχουνε. Τότε εμφανίστηκε η ομάδα Δίας. Ο Παύλος είχε τις αισθήσεις του. Προσπάθησε να πλησιάσει τους αστυνομικούς, ενώ ήταν μαχαιρωμένος και τους φώναξε: «Αυτός με μαχαίρωσε, πιάστε τον».


Έτσι περιγράφει ο φίλος του Παύλου Φύσσα, Μιχάλης, που ήταν μαζί του το μοιραίο βράδυ, τις τελευταίες στιγμές του.