Ανασύρεται από το αρχείο, όπου είχε καταλήξει με την ένδειξη «άγνωστοι δράστες», η υπόθεση της καταγγελόμενης εξαφάνισης» 502 παιδιών , κυρίως Αλβανικής καταγωγής, από το κρατικό ίδρυμα Αγία Βαρβάρα, οχτώ χρόνια μετά την αρχειοθέτηση της σχετικής δικογραφίας.

Αφορμή στάθηκαν δημοσιεύματα του Τύπου αλλά και αναφορές του υπουργού Δικαιοσύνης Χαρ.Αθανασίου , ώστε η Προϊσταμένη της Εισαγγελίας Πρωτοδικών της Αθήνας Παναγιώτα Φάκου να ανασύρει από το αρχείο τη συγκεκριμένη υπόθεση και ν’ ανοίξει εκ νέου ο φάκελος.

Όπως σας είχαμε πει, η εξαφάνιση των 502 από τα 661 παιδιά του δρόμου Αλβανών Ρομά που είχαν τοποθετηθεί την περίοδο 1998-2002 στο ίδρυμα «Αγία Βαρβάρα είχε βρεθεί στο επίκεντρο εισαγγελικής έρευνας και το 2004.

Παρά την ποινική δίωξη όμως που είχε ασκηθεί τότε για αρπαγή ανηλίκων κατά συρροή, δεν κατάφεραν να εντοπιστούν στοιχεία για συγκεκριμένα πρόσωπα με αποτέλεσμα η υπόθεση να τεθεί στο αρχείο το 2005, ως «αγνώστων δραστών» πράξη την οποία επικύρωσε και ο εισαγγελέας Εφετών.

Οκτώ χρόνια μετά όμως οι αρμόδιοι δικαστικοί λειτουργοί, μετά τα σχετικά δημοσιεύματα του Τύπου που επανέφεραν στην επικαιρότητα το θέμα άρχισαν να ξεσκονίζουν και πάλι τα στοιχεία της υπόθεσης αναμένοντας οιαδήποτε συγκεκριμένη καταγγελία προκειμένου να προχωρήσουν σε νέα έρευνα και στον καταλογισμό των ενδεχόμενων ποινικών ευθυνών. Είχε προηγηθεί άλλωστε παρέμβαση στη Βουλή του υπουργού Δικαιοσύνης κ. Χαράλαμπου Αθανασίου ο οποίος με έγγραφό του ζητούσε αναλυτική ενημέρωση για την υπόθεση, αμέσως μετά την ανάληψη των καθηκόντων του.

Το έγγραφο του κ. Αθανασίου διαβιβάστηκε στη Βουλή μετά από ερώτηση της βουλευτού της ΔΗΜΑΡ, Μαρίας Γιαννακάκη, με αφορμή τις παρατηρήσεις για την Ελλάδα από την Επιτροπή του ΟΗΕ κατά των Βασανιστηρίων την 1η Ιουνίου 2012 η οποία μεταξύ άλλων εξέφραζε την ανησυχία της για το περιστατικό.

Για το σοβαρότατο αυτό ζήτημα η Επιτροπή του ΟΗΕ κατά των Βασανιστηρίων έχει εκφράσει την επιθυμία να συνεργαστεί η χώρα μας με τις αλβανικές αρχές, με στόχο να δημιουργηθεί άμεσα ένας αποτελεσματικός μηχανισμός για να διερευνηθούν αυτές οι περιπτώσεις, καθώς και να καταλογισθούν οι όποιες πειθαρχικές και ποινικές ευθύνες, πριν η πάροδος του χρόνου δημιουργήσει δυσκολίες στην εξακρίβωση των γεγονότων.