Μετά τον πρώτο θάνατο ενός άνδρα στην Ελλάδα από τον ιό του Δυτικού Νείλου το ΚΕΕΛΠΝΟ έχει σημάνει συναγερμό και έχει εκδώσει οδηγίες και συμβουλές για την προστασία από τα κουνούπια.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΡΟΣΕΧΤΙΚΑ:


Πώς μπορούμε να αποφύγουμε τα τσιμπήματα των κουνουπιών;

• Με τα κατάλληλα ενδύματα: μακριά μανίκια και παντελόνια. Πιο αποτελεσματικά είναι τα φαρδιά και ανοιχτόχρωμα ρούχα.
• Με εντομοαπωθητικά στο ακάλυπτο δέρμα και πάνω από τα ρούχα.

Πώς μπορούμε να αποφύγουμε τα κουνούπια στο σπίτι;

• Με αντικουνουπικά πλέγματα (σήτες) σε παράθυρα, φεγγίτες και αεραγωγούς τζακιού.
• Με χρήση κουνουπιέρας σε περιοχές με μεγάλη συχνότητα κουνουπιών ή σε περιπτώσεις που αντεδείκνυται η χρήση άλλων προστατευτικών μέσων.
• Με χρήση εντομοκτόνων στον αέρα. Τα εντομοκτόνα δεν πρέπει να εφαρμόζονται στο δέρμα.
• Με χρήση ανεμιστήρων ή κλιματιστικών. Ο δροσερός αέρας μειώνει τη δραστηριότητα των κουνουπιών αλλά δεν τα σκοτώνει. Η χρήση ανεμιστήρων (ιδίως οροφής) δυσχεραίνει την προσέγιση εντόμων.
• Με χρήση λαμπτήρων κίτρινου χρώματος για το φωτισμό εξωτερικών χώρων.
• Με κούρεμα γρασιδιού, θάμνων, φυλλωσιών (σημεία που βρίσκουν καταφύγιο τα κουνού��ια).
• Προτιμήστε το πότισμα να γίνεται κατά τις πρωινές ώρες.
• Με απομάκρυνση του στάσιμου νερού από λεκάνες, βάζα, γλάστρες, παλιά λάστιχα, υδρορροές και άλλα μέρη του κήπου ώστε να μην έχουν πρόσβαση τα κουνούπια σε λιμνάζοντα νερά που αποτελούν σημεία εναπόθεσης των αυγών τους.

Προσοχή τα περισσότερα είδη κουνουπιών τσιμπούν από το σούρουπο μέχρι το χάραμα.

Σημειώνεται πως με τσιμπήματα κουνουπιών μπορούν να μεταδοθούν αρκετά νοσήματα όπως η ελονοσία, η λοίμωξη από τον ιό του Δυτικού Νείλου, ο δάγκειος πυρετός κλπ.

Ο ιός του ΔΝ μεταδίδεται μέσω δήγματος μολυσμένων κουνουπιών.

Σύμφωνα με το ΚΕΕΛΠΝΟ, η πλειονότητα των ανθρώπων που μολύνονται με τον ιό είναι ασυμπτωματικοί, περίπου 20% εμφανίζουν ήπια συμπτώματα γριπώδους συνδρομής και λιγότεροι από 1% παρουσιάζουν σοβαρότερες εκδηλώσεις από το Κεντρικό Νευρικό Σύστημα, κυρίως εγκεφαλίτιδα, μηνιγγίτιδα, οξεία χαλαρή παράλυση. Οι πιο σοβαρές εκδηλώσεις εμφανίζονται σε ηλικιωμένα άτομα και ανοσοκατεσταλμένους ασθενείς.