Ξεκίνησε μεταφέροντας σακιά με αλάτι στην πλάτη. Σήμερα είναι ο βασιλιάς της Indian Athens με ένα portfolio πετυχημένων εστιατορίων. Ο Ασγάρ Τσίμα αποτελεί τρανταχτή διάψευση αυτού που κάποιοι μίζεροι υποστηρίζουν πως είναι συλλήβδην οι μετανάστες στη χώρα μας.


Διαβάζει και μιλάει τέλεια ελληνικά, που έμαθε μόνος του στον τόπο που επέλεξε ως δεύτερη πατρίδα. Δεν έχει ποτέ χρήματα πάνω του. Ντύνεται με εξαιρετικό γούστο. Ζει σε ένα υπερβολικά απλό διαμέρισμα στην Πλάκα. Στον ελεύθερο χρόνο του μελετά φιλοσοφία. Έχει δεκάδες Έλληνες φίλους. Όταν αναφέρεται στα επιτυχημένα εστιατόριά του στο τρίγωνο Σύνταγμα-Μοναστηράκι- Κεραμεικός, χρησιμοποιεί το «εμείς» κι όχι το «εγώ».

Παρότι μουσουλμάνος, έχει στο βραχίονά του ένα τατουάζ της ινδουιστικής θεάς Ομ ‒κάτι απαγορευμένο από το Ισλάμ. Δεν είναι αντίθετος με το ποτό: «Να με ενοχλεί; Αφού το πουλάω. Είμαι μουσουλμάνος, αλλά ελεύθερος. Δεν χωρίζω τους ανθρώπους σε θρησκείες και χρώματα». Ο Ασγάρ Τσίμα από το Αμριτσάρ του Παντζάμπ ανατρέπει θεαματικά, με το παράδειγμα της ζωής του, εγχώρια στερεότυπα και προκαταλήψεις, αποδεικνύοντας ταυτόχρονα ότι η εντός οργανωμένων πλαισίων μετανάστευση κάνει καλό στη χειμαζόμενη ελληνική οικονομία. Ξεκίνησε μεταφέροντας σακιά με αλάτι στου Ρέντη, πριν από 23 χρόνια. Πνεύμα ανήσυχο και δημιουργικό, γρήγορα ανοίχτηκε σε επιχειρηματικά ύδατα: έκανε επώνυμη την ινδική κουζίνα στην πρωτεύουσα με το Indian Kitchen και το Indian Masala, επανέφερε την αθηναϊκή νύχτα στο ευρωπαϊκό προσκήνιο με το σαγηνευτικό Bollywood και τους τελευταίους μήνες πασπαλίζει με κάρι την φιλοσοφία του αθηναϊκού delivery με το ινδικό take away Mirch.

Το πέρασμα ��την Αθήνα

«Ήρθα στην Ελλάδα το 1990, είκοσι χρονών, με αυτοκίνητο μέσω Έβρου, με τουριστική βίζα. Ακολούθησα κάποια ξαδέρφια μου, που επέστρεφαν στη Γερμανία, όπου ζούσαν. Δεν συνέχισα μαζί τους, αλλά έμεινα εδώ. Ακόμη και σήμερα δεν έχω ξεκαθαρίσει στο μυαλό μου τι ήταν αυτό που με παρακίνησε να το κάνω. Ουσιαστικά δεν είχα τόσο μεγάλο πρόβλημα, όπως άλλοι μετανάστες. Ήμασταν εύπορη αγροτική οικογένεια. Μέχρι να έρθω στην Ελλάδα –την οποία ήξερα μόνο από το σχολείο– ήμουν αυτό π��υ λένε καλομαθημένος. Δεν είχα δουλέψει ποτέ, όπως και κανείς από την οικογένειά μου. Εγκαταστάθηκα σε μια αποθήκη στην Αθήνα, που τη μοιραζόμουν με άλλους από την Ινδία, κι άρχισα να δουλεύω σε ένα εργοστάσιο αλατιού. Σκληρή δουλειά, δίχως μέλλον. Συνειδητοποιώντας γρήγορα πως έπρεπε να μάθω κάποια τέχνη, τα απογεύματα άρχισα να μαθαίνω ηλεκτροσυγκόλληση. Ένας εισαγωγέας χρειάστηκε βαφέα, μου έδωσε τα κλειδιά του εργοστασίου του στο Περιστέρι κι άρχισα να βάφω τρακτέρ και μπουλντόζες. Τα Σαββατοκύριακα δούλευα σε χωράφια. Μέσα μου όμως ήξερα πως, για να πάω μπροστά, έπρεπε να στήσω τη δική μου δουλειά».
IMG_3579-e1369315003830.jpg

Από το μίνι μάρκετ ως το Bollywood

Έτσι ο Ασγάρ Τσίμα μπήκε δυναμικά στην παρθένα αγορά μεταναστών που είχε δημιουργηθεί στην Αθήνα και άντλησε κεφάλαια από αυτήν. «Το 1994 άνοιξα το πρώτο ινδικό μίνι μάρκετ πίσω από την πλατεία Θεάτρου, καλύπτοντας τις ανάγκες των μεταναστών από Ινδία και Πακιστάν. Καταλήξαμε να φέρνουμε κοντέινερ από την Ινδία, να διαθέτουμε αποθήκες, φορτηγά, να κάνουμε έως και delivery σε σπίτια μεταναστών. Στην πορεία, σκέφτηκα να ανοίξω ένα εστιατόριο για Ινδούς και Πακιστανούς. Το Pak Indian έπιασε γρήγορα στους Αθηναίους. Εν συνεχεία, παρακινούμενος από κάποιους φίλους Ινδούς που δούλευαν στην Κω, άνοιξα εκεί το δεύτερο ινδικό εστιατόριο, το οποίο επίσης πήγε περίφημα. Ακολούθησαν άλλα δύο εστιατόρια, ψητοπωλείο, φωτογραφείο, κουρείο, τρία καταστήματα με τηλεφωνικές κάρτες για μετανάστες, μέχρι το Red India, το καλύτερο μέχρι τότε εστιατόριό μου, σε ένα διώροφο νεοκλασικό. Όλα γύρω από την Ομόνοια. Μόλις, όμως, γύρω στο 2007, η περιοχή άρχισε να χαλάει, τα έκλεισα όλα, ανέβηκα στο Θησείο, άνοιξα το India Masala και ξεκίνησα από την αρχή».

«Έχω την αίσθηση ότι η περιοχή της Ομόνοιας δεν θα ξανασηκωθεί ποτέ! Κλείνουν καταστήματα στο Κολωνάκι, εδώ θα ανοίξουν; Από όταν ήρθα στην Ελλάδα, η Αθήνα έχει αλλάξει πολλά πρόσωπα. Σήμερα, ωστόσο, χρειάζεται χρόνια για να επανακάμψει».

Η Ομόνοια της κρίσης

Ο Ασγάρ Τσίμα κοιτά με οξυδέρκεια το προβληματικό κέντρο της Αθήνας: «Από τους Ινδούς, Πακιστανούς και Μπαγκλαντεσιανούς μετανάστες “δημιουργήθηκα”. Τότε ήταν ένα κλειστό κοινωνικό κομμάτι στην Αθήνα, δεν ενοχλούσε, δεν έκλεβε, εργαζόταν σκληρά, έβγαζε λεφτά και κατέληγε στην περιοχή γύρω από την Ομόνοια, όπου είχα τις επιχειρήσεις μου. Αυτό κράτησε περίπου δέκα χρόνια. Ώσπου έφτασαν μετανάστες από άλλα μέρη του πλανήτη, άρχισαν σκηνές επικίνδυνες, οι δουλειές έπεσαν. Απομακρύνθηκαν οι ήσυχοι, νοικοκύρηδες μετανάστες, αφήνοντας την περιοχή σε ναρκομανείς, μαστροπούς και άνεργους μετανάστες. Οι Έλληνες δεν κατάλαβαν αυτή την δραστική αλλαγή μεταναστών στην περιοχή, και είναι λογικό. Εσείς, βλέποντας κάποιον μετανάστη, από την Ασία για παράδειγμα, δεν μπορείτε να ξεχωρίσετε από ποια χώρα είναι, αν δεν σας το πει ο ίδιος».

Πώς βλέπει το μέλλον της περιοχής γύρω από την Ομόνοια; «Έχω την αίσθηση ότι δεν θα ξανασηκωθεί ποτέ! Εδώ κλείνουν καταστήματα στο Κολωνάκι, θα ανοίξουν στην Ομόνοια; Από την άλλη, οι μετανάστες δεν έχουν δυνατότητα να πάρουν κτίρια και να στήσουν υγιείς επιχειρήσεις, που θα μπορούσαν να την ξανασηκώσουν. Από όταν ήρθα στην Ελλάδα, η Αθήνα έχει αλλάξει πολλά πρόσωπα. Σήμερα, ωστόσο, η γνώμη μου είναι ότι χρειάζεται χρόνια για να επανακάμψει».

Ένα case study ελληνοποιημένου μετανάστη

Η κάθοδος από την εύπορη ινδική κάστα στη μαύρη εργασία κι από εκεί η άνοδος στην επιτυχία ήταν το «καθαρτήριο» του Ασγάρ Τσίμα, που τον μεταμόρφωσε σε ένα απρόσμενο κράμα Έλληνα-Ινδού. «Μου αρέσει που, ως Ευρωπαίος, έχω προσωπική ζωή, ξεκάθαρες σχέσεις, καλές φιλίες ‒πράγματα που δεν υπάρχουν στην Ινδία, όπου οι κάστες παίζουν κυριαρχικό ρόλο. Μου αρέσει η Ελλάδα, να κατεβαίνω μέχρι το Σούνιο, να κάνω στάση στην παραλιακή για καφέ ή παϊδάκια. Το φαγητό κρύβει μεγάλη δύναμη και, φέρνοντας τους ανθρώπους πιο κοντά, δρα αντιρατσιστικά. Όταν ήρθα στην Αθήνα, η ινδική κουζίνα ήταν άγνωστη. Σήμερα από τα εστιατόριά μου περνούν ονόματα που ”κρατούν” τη χώρα. Πού είναι, λοιπόν, ο ρατσισμός των Ελλήνων; Εμένα ποτέ κανείς δεν έτυχε να με προσβάλλει ή να με πικράνει. Μου αρέσουν οι Έλληνες. Όπως και οι Ινδοί, είναι ήρεμοι, αντιδρούν όμορφα, θέλουν να περνάνε ευχάριστα, η ματιά τους αντανακλά καλοσύνη και σεβασμό. Δεν έχουν μάθει να σκοτώνουν. Πιστεύω πως δικαιολογείται η σημερινή τους άρνηση προς τους ξένους. Αντιδρούν έτσι από φόβο. Σε μια Ελλάδα εύπορη, εγκάρδια, με όλες τις ελευθερίες, οι ξένοι άρχισαν να φτάνουν κατά εκατομμύρια και να δημιουργούνται προβλήματα. Σίγουρα, στην Ελλάδα δεν κινδυνεύουμε από εντάσεις, όπως σε άλλες χώρες της Ευρώπης, γιατί εδώ οι ξένοι δεν έχουν στους κύκλους τους ούτε μεγάλους επιχειρηματίες, ούτε δύναμη που θα προκαλούσε κόντρες. Αλλά έχω δει πράγματα με τα μάτια μου που δεν θα τα ξεχάσω ποτέ. Να πέφτουν πάνω σε κοπέλα, να τη βγάζουν από το αυτοκίνητό της, να παίρνουν την τσάντα της, αυτή να φωνάζει, δεκάδες ξένοι να είναι γύρω και να μην ρωτά κανείς τους κλέφτες γιατί το κάνουν. Δεν έχει σημασία από ποια χώρα ήταν οι κλέφτες, σημασία έχει ότι δημιουργήθηκε θέμα από τους ξένους. Κι εγώ, παρότι ξένος, είμαι με την πλευρά του Έλληνα. Όπου κι αν βρίσκεσαι, δεν θέλεις γύρω σου να υπάρχει φόβος, να μυρίζει κίνδυνος».

Το νόημα της επιτυχίας σε καιρό κρίσης

Ο Ασγάρ Τσίμα, έχοντας υπερβεί όρια και αποστάσεις, αποτελεί (απρόσμενο για κάποιους…) παράδειγμα επιτυχίας στη σκυθρωπή Αθήνα. «Από παιδί ήθελα να κάνω κάτι παραπάνω, κάτι διαφορετικό από τους υπόλοιπους. Είμαι περίεργος, όχι ζηλιάρης. Δεν φθονώ αυτόν που επιτυγχάνει, αλλά συγκρίνω τον εαυτό μου μαζί του και ψάχνω τα δικά μου λάθη. Αψηφώ τον κίνδυνο. Ρισκάρω τα πάντα σε ένα δευτερόλεπτο. Δεν δέχομαι οδηγίες, αλλά ποτέ δεν έχω κάνει κάτι χωρίς προηγουμένως να ρωτήσω αν αυτό είναι σωστό ή λάθος. Ποτέ δεν αντιμετώπισα σοβαρό πρόβλημα με κανέναν από τους εργαζόμενους, τους σέβομαι. Δεν μπορείς να θεωρείς ότι, επειδή εσύ κρατάς το ταμείο, είσαι αλάνθαστος και όλοι οι άλλοι είναι κλέφτες». Πόσο και πώς, κατά τη γνώμη του, τα διδάγματα της κρίσης άλλαξαν τα ζύγια των Ελλήνων; «Διαισθάνομαι ότι από εδώ και πέρα η ζωή θα είναι πιο αυθεντική. Αρχίζει μια ισορροπία, γινόμαστε πιο ανθρώπινοι, φτιάχνουμε παρέες, ντυνόμαστε πιο απλά, δεν παρασυρόμαστε πλέον από πολυτέλειες, θέλουμε την αλήθεια. Τελευταία αφουγκράζομαι τους Έλληνες λίγο φοβισμένους, κυρίως μη χάσουν τη δουλειά τους. Αλλά η κρίση είναι εδώ, θα κρατήσει χρόνια. Aν δεν είσαι σωστός –έτσι το βλέπω εγώ– θα βρίσκεσαι μέσα στην κρίση. Αν είσαι σωστός, γιατί να νιώθεις φόβο; Εσείς, ως πελάτες, δεν θέλετε να πάτε σε ένα εστιατόριο καθαρό, με ποιότητα και λογικές τιμές; Κι εγώ αυτό θέλω. Γιατί, λοιπόν, να μην σας προσφέρω αυτό ακριβώς που θέλετε και να με προτιμάτε; Απαγορεύεται σε όλα τα εστιατόρια να έχουν πιάτο που να κοστίζει 20 ευρώ! Για μένα, οι επιχειρήσεις δεν αξίζουν αν είναι μόνο χρήματα, χωρίς να ευχαριστούν την ψυχή μου. Θέλω να κερδίζω τη σκέψη του πελάτη, όχι τα λεφτά του. Τίποτα δεν είναι ωραίο, αν δεν έχει ψυχή μέσα του».