​Ποτέ δεν πρόκειται να ξεχάσει τις στιγμές που έζησε κατά την διάρκεια της απαγωγής του ο εφοπλιστής Περικλής Παναγόπουλος, που κράτησε από τις 12 Ιανουαρίου του 2009 έως τις 20 του ίδιου μήνα.

Στην αυτοβιογραφία του που κυκλοφόρησε πρόσφατα, ο εφοπλιστής αναφέρεται στις τελευταίες στιγμές που οι απαγωγείς πήραν τα λύτρα και τον απελευθέρωσαν.

«Οι εναγώνιες μνήμες της απαγωγής της ομηρίας αλλά ��αι της απελευθέρωσής μου είναι τέτοιες που δεν θα φύγουν ποτέ από τη συνείδησή μου. Και ας μη θεωρηθεί πως ο χρόνος γιατρεύει τα πάντα. Υπάρχουν γεγονότα που δεν σβήνονται με τίποτα», λέει ο Περικλής Παναγόπουλος για την απαγωγή και την ομηρία του.

Θυμάται: «Είχε νυχτώσει, βράδυ Δευτέρας 19 Ιανουαρίου, όταν επέστρεψαν οι δύο από τους τρεις αυτουργούς. Ο αρχηγεύων της παρέας μου είπε: ''Κύριε Παναγόπουλε, η γυναίκα σας παλικάρι. Όλα πήγαν καλά. Αν και της είπαμε ότι θα σας απελευθερώσουμε μέσα σε 24 ώρες, θα το κάνουμε μέσα στη νύχτα απόψε’’. Κάποια στιγμή, μέσα στη νύχτα, μου φόρεσαν κουκούλα και με κατέβασαν υποβασταζόμενο στα σκαλοπάτια που είχα ανέβει πριν από επτάμισι ημέρες.»

Ήταν αργά τη νύχτα, όταν οι απαγωγείς έβαλαν για δεύτερη φο��ά τον εφοπλιστή στο πορτμπαγκάζ ενός αυτοκινήτου. Όπως λέει αυτοσαρκαστικά αυτή τη φορά ένοιωθε αρκετά πιο άνετα, γιατί είχε ήδη την εμπειρία από τη μέρα της απαγωγής και διπλώθηκε σε εμβρυώδη στάση για ...ευρυχωρία:

«Προτού κλείσουν το πορτμπαγκάζ ο ένας μου λέει: Κύριε Παναγόπουλε, υπάρχει το ενδεχόμενο να πέσουμε σε κάποιο μπλόκο της Αστυνομίας, οπότε θα πέσει πιστολίδι. Να το έχετε υπόψη σας. Σε μια στιγμή το αυτοκίνητο σταμάτησε κι ένιωσα ότι οι επιβάτες βγήκαν. Τότε ο ένας από αυτός, μάλλον ο νεότερος, μου είπε: "Κύριε Παναγόπουλε, εδώ θα σας αφήσουμε. Θα σας βγάλουμε την κουκούλα, αλλά δεν θα γυρίσετε το κεφάλι ούτε δεξιά, ούτε αριστερά, ούτε πίσω. Θα μετρήσετε μέχρι το 50 και μετά είστε ελεύθερος"».

Ο Περικλής Παναγόπουλος ��υνεχίζει την αφήγηση: «Πρέπει να αναφέρω επίσης πως, όταν μου έβγαλε ο φρουρός την κουκούλα, μου παρέδωσε δύο πράγματα: ένα ήταν το φυλαχτό μου, που είναι και το μόνο ενθύμιο από τον πατέρα μου το οποίο μου το πήραν στην απαγωγή, τους ζήτησα να μου το επιστρέψουν και πράγματι το έκαναν. Το δεύτερο ήταν το πιστόλι άνευ γεμιστήρος που είχαν αφαιρέσει από τον Γιώργο Σαρδέλη (τον οδηγό του) μέσα σε μία σακούλα νάιλον, διαφανή. Το πιστόλι του Γιώργου ήταν λιγάκι πρόβλημα, διότι η καινούρια φόρμα που μου έδωσαν να φορέσω προτού με βάλουν στο πορτμπαγκάζ είχε στενές τσέπες στο μπουφάν όπου δεν χώραγε το πιστόλι. Γι’ αυτό επιχείρησα να το βάλω στην τσέπη του παντελονιού. Βάζοντάς το, όμως, στην τσέπη του παντελονιού το βάρος του ήταν τέτοιο που το λάστιχο στη μέση μου δεν ήταν ικανό να συγκρατήσει το παντελόνι. Τι να κάνω, πήρα το πιστόλι υπό μάλης και άρχισα να κατεβαίνω το πετρώδες μονοπάτι από το οποίο υποθέτω πως διέφυγε και το όχημα των απαγωγέων.»