Τρί�� χρόνια μετά τον εμπρησμό του υποκαταστήματος της Marfin, στην οδό Σταδίου που είχε ως αποτέλεσμα να χάσουν τη ζωή τρεις υπάλληλοι, μεταξύ των οποίων και μία έγκυος γυναίκα, κατά τη διάρκεια διαδήλωσης για το πρώτο μνημόνιο, άρχισε σήμερα στο Τριμελές Πλημμελειοδικείο της Αθήνας η δίκη των υπευθύνων της τράπεζας ενώπιον του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου της Αθήνας.

Κατηγορούμενοι για ανθρωποκτονία κατά συρροή και σωματικές βλάβες από αμέλεια είναι ο διευθύνων σύμβουλος της τράπεζας , ο υπεύθυνος ασφαλείας, η διευθύντρια και η υποδιευθύντρια του υποκαταστήματος οι οποίοι φέρονται πως δεν έλαβαν τα απαραίτητα μέτρα ασφαλείας που θα μπορούσαν ν’ αποτρέψουν την τραγωδία.

Πρώτος μάρτυρας στο δικαστήριο κατέθεσε, όπως σας γράψαμε κα�� νωρίτερα από το star.gr, ο πατέρας της 32χρονης εγκύου Αγγελικής Παπαθανασοπούλου που ήταν ένα από τα τρία θύματα του εμπρησμού.

"Θεωρώ πω ό,τι έγινε οφείλεται σε εγκληματική αδιαφορία των ιθυνόντων της τράπεζας. Ζητάω την ηθική μου αποζημίωση", κατέθεσε ο κ. Ζαχαρίας Παπαθανασοπουλος. Και πρόσθεσε πως ενώ τα επεισόδια ήταν αναμενόμενα την ημέρα εκείνη (05-05-2010) εν τούτοις οι υπάλληλοι έμειναν μέσα στην τράπεζα μέχρι το μεσημέρι. «Μας λένε ότι ήταν τρομοκρατική ενέργεια, αλλά το προσωπικό και η κόρη μου θα είχαν σωθεί αν υπήρχε έστω μια έξοδος κινδύνου για να φτάσουν στην ταράτσα".

Ο κ. Παπαθανασοπουλος μάλιστα δέχθηκε όπως είπε εκ μέρους της τράπεζας και μια πρόταση διπλωματικής εξαγοράς. «Μας πρότειναν, όπως είπε, για να μας βοηθήσουν να μας δίνουν εφ όρου ζωής 1600 ευρώ, χωρίς βέβαια να μας ζητήσουν να παραιτηθούμε απο οποιαδήποτε αξίωση μας".

Συγκλονιστική ήταν και η κατάθεση της μητέρας του θύματος, η οποία είπε:

"Παρ'όλες τις πιέσεις να φύγουν νωρίτερα, δεν τους άφησαν. Εζησαν την αγωνία, μετά τον πανικό και κατέληξαν από ασφυξία σε ένα θάλαμο αερίων. Ποτέ δεν είπαν μία συγγνώμη, ούτε ψυθιριστά...."

Σύμφωνα με το κατηγορητήριο, τα στελέχη της τράπεζας δεν επέτρεψαν την ώρα των επεισοδίων στους υπαλλήλους να φύγουν από το χώρο εργασίας παρά το γεγονός ότι οι ίδιοι το ζητούσαν. Επίσης, το κατηγορητήριο κάνει αναφορά σε παραλήψεις που εντοπίστηκαν σε θέματα ασφαλείας που είχαν ως αποτέλεσμα να εγκλωβιστούν και στη συνέχε��α να χάσουν τη ζωή τους οι τρεις άτυχοι υπάλληλοι ενώ επισημαίνεται ότι δεν φρόντισαν ενώ υπήρχαν λόγοι «να τοποθετηθούν στην είσοδο άθραυστα, αντιβανδαλικά τζάμια».

Στο πολυσέλιδο κατηγορητήριο αναφέρεται ότι: «Ο πρώτος κατηγορούμενος, γνώριζε ότι τη συγκεκριμένη ημερομηνία είχε προγραμματιστεί γενική απεργία στο κέντρο της Αθήνας και είχαν ληφθεί αυξημένα μέτρα δημόσιας ασφάλειας , ότι το συγκεκριμένο κατάστημα, είχε γίνει στόχος βανδαλισμών κατά το παρελθόν, σε ανάλογες περιπτώσεις. Επιπλέον δε, γνώριζε ότι το κατάστημα δεν διαθέτει τα προβλεπόμενα από τη νομοθεσία μέτρα ασφαλείας…» και συνεχίζει: «Παρά ταύτα απαγόρευσε στους εργαζόμενους να εγκαταλείψουν το κατάστημα, αν και οι ίδιοι το ζήτησαν και τους επέβαλε να παραμείνουν, κλειδώνοντας τις εξωτερικές πόρτες για λόγους ασφαλείας, με αποτέλεσμα κατά τη διάρκεια των επεισοδίων άτομα του αντιεξουσιαστικού χώρου να θραύσουν τη τζαμαρία του ισογείου και να πυρπολήσουν το εσωτερικό του καταστήματος, εκσφενδονίζοντας βόμβες μολότοφ.Αποτέλεσμα να προκληθεί πυρκαγιά και οι ευρισκόμενοι στο κατάστημα να εγκλωβιστούν, καθώς δεν υπήρχαν δίοδοι διαφυγής ούτε έξοδοι κινδύνου. Η δε μοναδική θύρα δίπλα στην κεντρική θύρα ασφαλείας που εξυπηρετούσε την είσοδο ατόμων με ειδικές ανάγκες και τη μεταφορά μεγάλων σε όγκο αντικειμένων, δεν μπορούσε να χρησιμοποιηθεί, ως εναλλακτική έξοδος κινδύνου, διότι άνοιγε μόνο αν συγχρόνως κάποιος έσπρωχνε τη μπάρα όταν κάποιος άλλος ξεκλείδωνε με το ηλεκτρονικό τηλεχειριστήριο, το οποίο φυλάσσονταν στο συρτάρι της διευθύντριας και είχε καταστραφεί από την πυρκαγιά».

Το πόρισμα που συνέταξε ο Τεχνικός Επιθεωρητής του Υπουργείου Εργασίας μετά από έρευνα για τον εντοπισμό των αιτίων που προκάλεσαν το τραγικό τέλος τριών νέων ανθρώπων είναι καταπέλτης. Σε αυτό καταγράφονται σειρά παραλείψεων στο σύστημα πυρασφάλειας, η έλλειψη πιστοποιητικού πυρασφάλειας αλλά και η ανύπαρκτη εκπαίδευση του προσωπικού. Στο εν λόγω πόρισμα, που φέρει την υπογραφή του Τεχνικού Επιθεωρητή Θεοδόσιου Πανταζόπουλου, υπογραμμίζεται ότι η μοναδική έξοδος κινδύνου του υποκαταστήματος ήταν κλειδωμένη, ενώ το τηλεχειριστήριο που θα μπορούσε να την ανοίξει είχε χαθεί.

Οι εργαζόμενοι εγκλωβίστηκαν αφού όλες οι πόρτες ήταν κλειδωμένες και πιθανότατα η τραγωδία να ήταν ακόμη μεγαλύτερη αν δεν ήταν ανοιχτή μια και μοναδική πόρτα διαφυγής για να αερίζεται «η παρακείμενη τουαλέτα λόγω προβλήματος της αποχέτευσης». Τα αίτια του δυστυχήματος σύμφωνα με το πόρισμα είναι «ο εμπρησμός λόγω εγκληματικής ενέργειας».

Κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας λιποθύμησε μια εκ των κατηγορουμένων, την οποία παρέλαβε ασθενοφόρο. Η δίκη διεκόπη για τις 29 Απριλίου.