Σάββατο 16 Μαρτίου 2013. Η διαδρομή από την Λάρνακα για την Λευκωσία ήταν τόσο διαφορετική από άλλες μέρες. Ακόμη δεν είχα συνειδητοποιήσει ότι πάντα πλέον θα ήταν διαφορετική. Μπροστά μου δεν θα είχα μόνον τον καυτό ήλιο της Κύπρου και το θέαμα της οροσειράς του Πενταδάκτυλου. Θα είχα πάντα επάνω μου το ερώτημα: Και τώρα, τί;

Η μέρα ξεκίνησε με το απόλυτο μούδιασμα: Όχι γιατί είχα να νοιαστώ για κάποια υπέρογκη κατάθεση στην τράπεζα. Ούτε για τον πολιτικό πόλεμο Ρωσίας-Βερολίνου.

Προσωπικά, στα παλιά μου τα παπούτσια, για να μην το πω αλλιώς. Όχι το πρόβλημά μου ήταν πολύ πιο πρακτικό. Το ΑΤΜ δεν έβγαζε λεφτά κι έτσι, εγώ που δεν είχα βενζίνη στο αυτοκίνητο, που έπρεπε να κάνω ρεπορτάζ στην Βουλή και στο Προεδρικό Μέγαρο της Λευκωσίας και πού στο τελείωμα της ημέρας θα έκανα τα ψώνια του τριημέρου της Καθαρής Δευτέρας, απλά δεν είχα να κινηθώ. Οκ, εγώ. Τα παιδιά μου; Τί θα έκαναν; Γιατί για να τους εξηγήσω τί συμβαίνει, λίγο δύσκολο.

Το πιο δύσκολο τριήμερο της ζωής μου. Οι μέρες εξακολουθούν να κυλούν κάτω από την απόλυτη ανασφάλεια. Χρήματα δεν υπάρχουν πουθενά. Ρευστότης μηδέν. Ξυπνάς το πρωί και η σκέψη του «έχω δουλειές» παύει πια να ισχύει. Ποιες δουλειές; Με τί λεφτά; Να ψωνίσεις δεν μπορείς, να πληρώσεις λογαριασμούς επίσης είναι αδύνατον, αφού λεφτά δεν υπάρχουν, ενώ οι βασικές ανάγκες της διατροφής και της μετακίνησης, μόνον αυτονόητες δεν είναι.

Όπως πολλοί συνάδελφοί μου σταματώ σε μια καφετέρια για να πάρω καφέ. «Με ό,τι μου έχει απομείνει», μου λέει ο υπεύθυνος γιατί η τροφοδοσία στο μαγαζί εσταμάτησεν. Εάν δεν πληρώσω, δεν μου δίνουν τίποτα. Άρα; Να δω από πού θα ευρώ καφέ και τρόφιμα για το μαγαζί». Έχω μείνει και τον κοιτάω. «Τί λέει;», λέω;

Η μέρα συνεχίστηκε με όλες τις εξελίξεις που είναι γνωστές σε όλους. Αυτό που πρόσεξα όμως ήταν ότι πέρα από τις περιοχές όπου όλοι διαδήλωναν, η κυκλοφορία στους δρόμους άλλων περιοχών αλλά και άλλων πόλεων θύμιζε αργία. Κανείς. Το ίδιο και την τελευταία Κυριακή της Αποκριάς. Ποιας Αποκριάς; Πού να πάς αν δεν έχεις λεφτά και κυρίως εάν βλέπεις ότι υπάρχουν και δεν μπορείς να τα πάρεις;

Καθαρά Δευτέρα. Στους δρόμους της Λευκωσίας ο κόσμος σκυθρωπός και «παγωμένος» αναρωτιέται πού έφταιξε για όλο αυτό που συνέβη μέσα σε μια νύχτα.
Συναντώ μια φίλη μου αεροσυνοδό: Μόλις έχει επιστρέψει από πτήση. Η μαρτυρία της με σοκάρει: «Εγώ ξέρεις τί έκανα;», μου λέει. «Πήρα άδεια από το αεροπλάνο και μαζί με το υπόλοιπο πλήρωμα πήραμε για το σπίτι μας ό,τι φαγητά και ποτά περίσσεψαν από την πτήση. Ε, τί να κάνω, θα πω στα παιδιά μου σήμερα, αυτά έχουμε, αυτά θα φάτε». «Και θα φάνε το φαγητό του αεροπλάνου δηλαδή;» την ρωτάω. «Και τί να κάνω;», αναρωτιέται η ίδια. Το σπίτι στο οποίο μένει αγορασμένο με δάνειο. «Ας μου το πάρουν. Δεν πα να το πάρουν; Καλύτερα να γλιτώσω και την δόση. Ποια δόση δηλαδή, αφού ούτως ή άλλως δεν θα την βάλω...».

Το πρωί της Τρίτης, η ΑΗΚ, (Αρχή Ηλεκτρισμού Κύπρου-αντίστοιχη ΔΕΗ) ανακοινώνει ότι ανακαλεί όλες τις διακοπές ρεύματος, αφού πλέον είναι εντελώς αδύνατον να πληρωθούν όποιοι λογαριασμοί. «Ευτυχώς που πρόλαβα», σκέφτηκα.

Εργαζόμενη και μητέρα δύο παιδιών, ζω για δεύτερη φορά στην ζωή μου μια ανατριχιαστική ανασφάλεια για το αύριο. Ένα συναίσθημα που προσπαθώ να μην μεταδίδω στους άλλους.

Άκουσα και διάβασα πάρα πολλά όταν έφυγα από την Ελλάδα. Ότι οι νέοι πρέπει να φύγουν. Να αναζητήσουν καλύτερη τύχη κάπου αλλού. Η απάντηση είναι μία: Ποτέ δεν ξέρεις τελικά τί σου ξημερώνει. Οπού και να είσαι και όσο και να αλλάξεις την ζωή σου. Όποια και να είναι η κατάληξη της καταιγίδας, πρέπει να τα καταφέρω. Αλλά πρέπει να τα καταφέρουν και εκείνοι που με κυβερνούν. Και ξέρετε γιατί; Γιατί δεν με ρώτησαν για όλο αυτό που συμβαίνει.

Υ.Γ.: Η Μανιάνα Καλογεράκη είναι Ελληνίδα δημοσιογράφος και μετανάστευσε με τον άντρα της και τα δύο της παιδιά πριν από ένα χρόνο στην Κύπρο αναζητώντας μια καλύτερη μοίρα από ότι στην Ελλάδα.