Ο πόνος του Ηλία Δαλακλίδη δεν περιγράφεται. Δεν μπορεί ακόμα να συνειδητοποιήσει ότι είδε την αδελφή του, τη Ζωή, να καίγεται ζωντανή μπροστά στα μάτια του.

«Η αδελφή μου ήταν όμορφη, χαμογελαστή και χαρούμενη. Κανείς δεν μπορεί να το πιστέψει. Ένα κάθαρμα σου αλλάζει όλη σου τη ζωή», λέει και η φωνή του σπάει από τους λυγμούς.

Ζητά την παραδειγματική του τιμωρία, η οποία για τον ίδιο είναι μόνο ο θάνατος.

«Δε θέλω να πάει φυλακή το τερατούργημα που σκότωσε την αδελφή μου. Δεν είναι τιμωρία. Πρέπει να τιμωρηθεί όπως τιμωρήθηκε και η αδελφή μου», φωνάζει χωρίς να μπορεί να αντέξει τον πόνο.

Τα ερωτηματικά δεν σταματούν να βασανίζουν τον ίδιο και την οικογένειά του.

«Βιάζει, κλέβει, πουλάει ναρκωτικά και παρ’ όλ’ αυτά κυκλοφορούσε ελεύθερος. Αυτοί είναι οι νόμοι; Γιατί έπρεπε να γίνει αυτό; Γιατί να πεθάνει η αδελφή μου», αναρωτιέται.

Ο πατέρας της Ζωής, Θεολόγης Δαλακλίδης δεν μπορεί να πιστέψει ακόμα πως η κόρη του δεν είναι στη ζωή.

«Η κόρη μου είχε τόσα όνειρα για τη ζωή. Όλοι την αγαπούσαν, ήταν ένα χαρούμενο και όμορφο κορίτσι. Ήρθε να περάσουμε τις γιορτές, μακάρι να μην ερχόταν ποτέ», λέει.

Σοκαρισμένη είναι επίσης και η κολλητή της φίλη, Βασιλική Αθανασίου, ο τελευταίος άνθρωπος που την είδε ζωντανή και χαμογελαστή. Συγγενείς της κοπέλας λένε ότι δεν έχει σταματήσει να κλαίει, μένει κλεισμένη στο δωμάτιό της και δεν θέλει να μιλήσει σε κανέναν.

«Δεν μπόρεσα να κάνω κάτι να τη βοηθήσω», λέει και ξαναλέει στους δικούς της και ξεσπά σε κλάματα. ​