Η πρώτη όπερα που παντρεύει ηθοποιούς και ρομποτ στη σκηνή ανεβαίνει στην αίθουσα Σάνγκρι-Λα του Μόντε Κάρλο. Η αυλαία ανοίγει και στη σκηνή εμφανίζονται 9 ηθοποιοί που είναι ρομποτ και έτσι αρχίζει η παράσταση «Death and the Ρowers».

Είναι η όπερα του συνθέτη - εφευρέτη Τοντ Ματσόβερ, ο οποίος ειδικεύεται στις εφαρμογές της τεχνολογίας στη μουσική και τα τελευταία 25 χρόνια εργάζεται στα εργαστήρια του ΜΙΤ.

Στη σκηνή τα ροµπότ έχουν συγκεντρωθεί για να θέσουν ένα θέµα που δεν µπορούν να καταλάβουν: τον θάνατο. Και αρχίζουν να ρωτάνε διάφορα γύρω από αυτό το ακατανόητο φαινόμενο.

Το λιµπρέτο που έχει γράψει ο ποιητής Ρόµπερτ Πίνσκι αφηγείται την ιστορία του πάµπλουτου Σάιµον Πάουερς που θέλει να ξεγελάσει τον θάνατο. Και µαζί µε τον βοηθό του Νίκολας δηµιουργεί «Το Σύστηµα», το οποίο «ταΐζει» µε τη ζωή του έτσι ώστε να είναι έτοιµο, όταν το σώµα του σταµατήσει να ζει, να αναλάβει εκείνο. Η ιστορία εξελίσσεται σε µια εποχή όπου τα ροµπότ κυβερνούν τη Γη.

Το να παρακολουθεί κανείς ροµπότ να τραγουδάνε όπερα, καθώς πηγαινοέρχονται πάνω στο σανίδι, είναι διασκεδαστικό για περίπου ένα πεντάλεπτο. Ο αρχηγός των ροµπότ όµως ανακοινώνει πως εκείνο το ροµπότ που θα αναλαμβάνει τον ρόλο κάποιου ανθρώπου θα παίρνει 1.000 Ανθρώπινες Μονάδες.

Φλας αστράφτουν, βίντεο εμφα��ίζονται σε οθόνες και τέσσερα τυχερά ροµπότ μεταμορφώνονται σε ανθρώπους, στον Σάιµον Πάουερς, στην τρίτη σύζυγό του Εβι, στην κόρη του Μιράντα και στον βοηθό του Νίκολας.

H ιδέα για το «Death and the Ρowers», όπως αναφέρεται και στην εφημερίδα τα Νέα, που ο Τοντ Ματσόβερ εμπνεύστηκε πριν από µία δεκαετία, ήταν να παντρέψει τον λυρισµό του 19ου αιώνα µε τις εφευρέσεις του 21ου. Ερωτήματα που είχε ως αφετηρία ήταν: µπορούµε άραγε να αποθηκεύσουμε την ύπαρξή µας µε κάποιον τρόπο ώστε να συνεχίσουµε να ζούµε όταν έχουµε πεθάνει; Πού θα ζει το πνεύµα µας; Μέσα σε υπολογιστή; Μέσα στους τοίχους του σπιτιού µας;