Υπήρξε από τους σημαντικότερους συγγραφείς του προηγούμενου αιώνα και ο πιο πολυμεταφρασμένος Έλληνας λογοτέχνης παγκοσμίως.


Ο λόγος για τον Νίκος Καζαντζάκη, ο οποίος γεννήθηκε σαν σήμερα, την 18η Φεβρουαρίου του 1883, στο Ηράκλειο Κρήτης.


Μεγαλώνοντας σε ένα περιβάλλον επαναστατικό με την Κρήτη να διψάει για ελευθερία, ο Νίκος Καζαντζάκης εστάλη από τους γονείς του στη Νάξο όπου φοιτώντας σε καθολικό σχολείο πέτυχε την εισαγωγή στη Νομική σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Στη συνέχεια έκανε μεταπτυχιακές σπουδές στο Παρίσι και εκπόνησε και διδακτορική διατριβή για τον Νίτσε, τον οποίο και θεωρούσε μεγάλο του δάσκαλο μαζί με τον Όμηρο και τον Δάντη.


Επιστρέφοντας στην Ελλάδα γίνεται ανταποκριτής των αθηναϊκών εφημερίδων Καθημερινή και και ελεύθερος λόγος.Παράλληλα (και προκειμένου να έχει την οικονομική άνεση να ταξιδεύει) γράφει άρθρα σε εγκυκλοπαίδειες και μεταφράζει γαλλικά βιβλία.


Το 1919 ο Ελευθέριος Βενιζέλος διόρισε τον Καζαντζάκη Γενικό Διευθυντή του Υπουργείου Περιθάλψεως, έχοντας ως αποστολή τον επαναπατρισμό Ελλήνων από την περιοχή του Καυκάσου. Oι εμπειρίες που αποκόμισε αξιοποιήθηκαν αργότερα στο μυθιστόρημα του «Ο Χριστός Ξανασταυρώνεται».


Έγινε γνωστός στον πολύ κόσμο με τα μυθιστορήματα του, που είναι καρπός της ώριμης συγγραφικής του δημιουργίας. Προτάθηκε τρεις φορές για το Βραβείο Νόμπελ ενώ διορίστηκε στην UNESCO, αναλαμβάνοντας ως αποστολή, την προώθηση μεταφράσεων κλασικών λογοτεχνικών έργων.


Ανάμεσα στα (πολλά) έργα του ξεχώρισαν τα μυθιστορήματα: «Ο καπετάν Μιχάλης» (1953), «Ο Φτωχούλης ��ου Θεού» (1956), «Αναφορά στον Γκρέκο» (1961) και «Συμπόσιον» (1971).


Πέθανε στις 26 Οκτωβρίου του 1957 και στον τάφο του (μετά από απαίτηση του ιδίου) χαράχτηκε η επιγραφή «Δεν ελπίζω τίποτα, δε φοβάμαι τίποτα, είμαι λέφτερος».