Μπορεί οι αρχαίοι Ελληνες να µην έβαζαν στο µάτι ούτε τις ξανθές ούτε τους Ποντίους, ενώ τα κατορθώµατα του Τσακ Νόρις δεν ήταν της... μόδας, ωστόσο είχαν χιούμορ και τα δικά τους αστεία και ανέκδοτα. Άλλωστε και οι συγκεκριμένοι όροι έχουν την προέλευσή τους στο µακρινό παρελθόν.

Μερικά από τα πιο έξυπνα συγκεντρώθηκαν σε µια έκδοση που επανακυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Σαββάλα και φέρει την υπογραφή του Σωκράτη Γκίκα. Από αυτά, επέλεξαν έναν αριθμό τα «Νέα» ώστε να ανανεώσετε το ρεπερτό��ιό σας µε ανέκδοτα από το παρελθόν, που θα µπορούσαν όµως να έχουν ειπωθεί και σήµερα και προέρχονται από τα κείµενα του Πλουτάρχου, τις βιογραφίες του ∆ιογένη του Λαέρτιου, τις κωµωδίες του Αριστοφάνη, το Ανθολόγιο του Στοβαίου και τα αστεία του Ιεροκλή.

Ο ∆ιογένης βλέποντας κάποιον να δείχνει ερωτευµένος µε µια πλούσια γριά, είπε: «Σ’ αυτήν δεν κάρφωσε τα µάτια του, αλλά τα δόντια του». Κάποια άλλη στιγµή ζητούσε ελεηµοσύνη από ένα άγαλµα κι όταν τον ρώτησαν γιατί κάνει κάτι τέτοιο, εκείνος απάντησε: «Eξασκούµαι στο να µην απογοητεύοµαι από την αναισθησία των ανθρώπων». Και κάποτε ζητώντας βοήθεια από κάποιον του είπε: «Αν έδωσες σε άλλον, δώσε και σε µένα. Αν δεν έδωσες σε κανέναν, τότε άρχισε από µένα».

Ενας πατέρας ζήτησε από τον Αρίστιππο να διδάξει τον γιο του. Ο φιλόσοφος ζήτησε ως αµοιβή 500 δραχµές και ο πατέρας άρχισε τα παζάρια θεωρώντας το ποσό υπερβολικό. «Με τόσα χρήµατα θαµπορούσα να αγοράσω ένα ζώο» είπε. «Αγόρασε», του απάντησε ο Αρίστιππος. «Ετσι θα έχεις δύο». Και όταν κάποιος του είπε ότι η γνωστή εταίρα Λαΐδα δεν τον αγαπά αλλά προσποιείται, εκείνος του αποκρίθηκε: «Ούτε το κρασί ή το ψάρι µε αγαπούν, εγώ όµως τα απολαµβάνω».

Όταν ο Σωκράτης ρωτήθηκε αν είναι καλό να παντρεύεται κανείς ή όχι απάντησε: «ό,τι από τα δυο κι αν κάνει κάποιος, θα µετανιώσει».

Ρώτησε κάποιος έναν ανόητο δάσκαλο: «Πώς λεγόταν η µητέρα του Πριάµου;». Ο δάσκαλος βρέθηκε σε δυσκολία, αλλά έδωσε την απάντηση: «Εµείς πάντως, για να την τιµήσ��υµε, την λέµε κυρία».

Ενας φλύαρος κουρέας ρώτησε τον βασιλιά Αρχέλαο «πώς θέλεις να σε κουρέψω;» και ο βασιλιάς του απάντησε: «Σιωπηλός».

Μια μέρα ο Φωκίωνας διαφωνούσε όπως συνήθιζε άλλωστε µε όλους πάνω σε πολιτικά θέµατα. Εκείνη τη φορά όµως, όταν µίλησε στην Εκκλησία του ∆ήµου, όλοι ασπάστηκαν τις ιδέες του. Απορηµένος γύρισε προς τους φίλους του και τους ρώτησε: «Μήπως είπα σήµερα κάποια ανοησία, χωρίς να το καταλάβω;».

Τέλος, καθώς ο Θαλής βάδιζε παρατηρώντας τις θέσεις των αστέρων, έπεσε σε έναν λάκκο. Μια γριά, που είδε το γεγονός, τον ειρωνεύτηκε λέγοντας «δεν µπορείς να δεις αυτά που βρίσκονται µπροστά στα πόδια σου και νοµίζεις ότι θα µπορέσεις να µάθεις αυτά που βρίσκονται στον ουρανό;».