Για τέταρτη συνεχόμενη χρονιά συνεχίστηκε η διερεύνηση τμήματος της αρχαίας οδού που εντοπίστηκε το 2015 στην Αρχαία Τενέα, ενώ ταυτόχρονα διανοίχθηκαν και νέες ανασκαφικές τομές.

Για πρώτη φορά ανακαλύφθηκαν in situ οικοδομικά κατάλοιπα της αρχαίας πόλης, που προδίδουν την δραστηριότητά της στους ελληνιστικούς και ρωμαϊκούς χρόνους.

Ανάμεσα σ’ αυτά ένα εκτεταμένο κτήριο με επιμέρους χώρους και πηγάδι, αποθέσεις καύσης, τμήμα γυναικείου ειδωλίου, αγγεία και νομίσματα, μεγάλος αριθμός μαρμάρινων πυρήνων και σωρεία απολεπίσεων.

Ανακαλύφθηκαν επίσης ένα μαρμάρινο σπάραγμα αντίχειρα από άγαλμα φυσικού μεγέθους, μία ακέραιη πυξίδα και χρηστικά αγγεία, πλήθος νομισμάτων, ανθεμωτό ακροκέραμο, επιζωγραφισμένη σίμη και άφθονη κερ��μική χρηστικών αγγείων.

Στην εγκύτητα του παραπάνω χώρου βρέθηκε ένα δίχωρο ταφικό υπέργειο μνημείο ρωμαϊκών χρόνων, σπάνιο για την Κορινθία.

Στις τρεις πλευρές του κυρίως χώρου διαμορφώνονται πέντε κτιστοί τάφοι. Στην είσοδο υπάρχουν ίχνη καύσης και παιδικές ταφές.

Το μνημείο αποτελεί μια ιδιαίτερα επιμελημένη κατασκευή επενδεδυμένη με κονίαμα τόσο στο εσωτερικό της όσο και στο εξωτερικό της. Το δάπεδο της είναι λιθόστρωτο και τμηματικά διατηρείται επίστρωση κονιάματος. Η εξωτερική τοιχοποιία του μνημείου αποτελείται από δεύτερης χρήσης αρχιτεκτονικά μέλη ελληνιστικών χρόνων.

Στον κυρίως χώρο αποκαλύφθηκαν ενταφιασμοί, αλλά και καύσεις πλούσια κτερισμένες, παρά την έντονη διατάραξή τους. Μεταξύ των ευρημάτων συγκαταλέγονται χάλκινα νομίσματα, χρυσή δανάκη από νόμισμα Σικυώνας, οστέινα κοσμήματα κ.ά. Εξωτερικά της νότιας θεμελίωσης του μνημείου παρατηρείται μεγάλη συγκέντρωση κεραμοσκεπών τάφων και εγχυτρισμών.

Στην έρευνα συμμετείχαν και εκπαιδεύτηκαν εξήντα έλληνες και ξένοι φοιτητές από αρχαιολογικές σχολές του εσωτερικού και του εξωτερικού καθώς και του Πολυτεχνείου της Αθήνας.