Στην περιστροφική σκηνή της Αίθουσας Α. Τριάντη του Μεγάρου Μουσικής, η Εθνική Λυρική Σκηνή παρουσιάζει ��ανά, για τέσσερις μόνο παραστάσεις, στις 15, 16, 17 και 20 Απριλίου 2016, την όπερα του Γιώργου Κουμεντάκη «Φόνισσα», σε μουσική διεύθυνση Βασίλη Χριστόπουλου και σκηνοθεσία Αλέξανδρου Ευκλείδη.

Βασισμένη στο ομώνυμο «κοινωνικόν μυθιστόρημα» του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη, η «Φόνισσα» αποτελεί «ένα σημαντικό σταθμό για τη σύγχρονη ελληνική μουσική δημιουργία, μια ιστορική στιγμή για την Εθνική Λυρική Σκηνή», αναφέρει στην ανακοίνωσή της η ΕΛΣ, επισημαίνοντας ότι «μετά από πολλά χρόνια μια νέα όπερα Έλληνα συνθέτη τάραξε τα νερά. Η ?Φόνισσα? του Γιώργου Κουμεντάκη σημείωσε ιδιαίτερη καλλιτεχνική και εισπρακτική επιτυχία στην πρώτη παγκόσμια παρουσίασή της, τον Νοέμβριο του 2014, καθώς σεβάστηκε το παπαδιαμαντικό σύμπαν, ενώ δημιούργησε και έναν νέο μουσικό κόσμο για μια απρόσμενη, αλλά αρχετυπική οπερατική ηρωίδα: την Φραγκογιαννού.

Το συγκλονιστικό ψυχογράφημα της Φόνισσας αναμετράται, στον μουσικό κόσμο του Γιώργου Κουμεντάκη, με την θεία και την ανθρώπινη δικαιοσύνη, μέσα από τις αναφορές στην ελληνική μουσική παράδοση».

Το ποιητικό κείμενο υπογράφει ο Γιάννης Σβώλος, ο οποίος «συμπύκνωσε την ιστορία της Φόνισσας στα ουσιώδη, κρατώντας ατόφιο τον λόγο του Παπαδιαμάντη και διανθίζοντάς τον με παραδοσιακά μοιρολόγια από την Ήπειρο και την Κρήτη». Η δράση της όπερας παρακολουθεί αυτήν του μυθιστορήματος. Την ιστορία της Χαδούλας ή Φραγκογιαννούς, που έχει αναλώσει τη ζωή της υπηρετώντας τους άλλους και αντιλαμβανόμενη τη δυσμενή θέση των γυναικών σε φτωχές κοινωνίες όπως η δική της, καταλήγει να πιστέψει ότι είναι αποστολή της να απαλλάξει τον κόσμο από τα κορίτσια. Ξεκινά στραγγαλίζοντας τη νεογέννητη εγγονή της και επαναλαμβάνει το φονικό, πνίγοντας και άλλα κορίτσια. Καταδιωκόμενη στα βουνά από τις Αρχές, η Φραγκογιαννού αποφασίζει να εξομολογηθεί, αλλά χάνεται στη θάλασσα καθώς προσπαθεί να φτάσει στο ερημητήριο του Αγίου Σώστη.

Η σκηνοθεσία του Αλέξανδρου Ευκλείδη, αφήνει τον πρώτο ρόλο στη μουσική, καθοδηγείται από τις «αόρατες υποδείξεις» του παπαδιαμαντικού λόγου και υλοποιεί επί σκηνής τον εφιαλτικό κόσμο της Φραγκογιαννούς, αποδίδοντας με ποιητικό τρόπο το ψυχικό τοπίο της ηρωίδας. Η παράσταση ισορροπεί ανάμεσα στη μεγάλη κλίμακα που επιβάλλει η παρουσία τεσσάρων χορωδια��ών σχημάτων και πληθώρας πρωταγωνιστών, με τη μικροκλίμακα του εσωτερικού μονολόγου της Φραγκογιαννούς.