Στο πένθος έχει «βυθισ��εί» η καλλιτεχνική κοινότητα μετά την ξαφνική είδηση θανάτου του γλύπτη, Γιώργου Λάππα.«Έσβησε» σε ηλικία 66 ετών, στο νοσοκομείο «Ευαγγελισμός» όπου νοσηλευόταν με κρίση παγκρεατίτιδας.

Γεννήθηκε το 1950 στο Κάιρο. Το 1958 η οικογένειά του αναγκάστηκε να εγκαταλείψει την Αίγυπτο και να εγκατασταθεί στην Αθήνα, λόγω των διώξεων του ελληνικού στοιχείου από το καθεστώς Νάσερ. Αρχικά σπούδασε ψυχολογία στο Reed College, Portland στις Η.Π.Α. (1970-74) και εργάσθηκε εθελοντικά σε πολλά ψυχιατρικά ιδρύματα. Το 1974, με υποτροφία του ιδρύματος Watson, πήγε για ένα χρόνο στην Ινδία, όπου μελέτησε τους ινδικούς ναούς. Συνέχισε με σπουδές αρχιτεκτονικής στο Λονδίνο (Architectural Association School of Architecture, 1975), σπουδές γλυπτικής στην ΑΣΚΤ, με τους Γιάννη Παππά και Γιώργο Νικολαΐδη (1977-82), καθώς και στην École des Beaux Αrts στο Παρίσι, με κρατική γαλλική υποτροφία (1984-85). Η πρώτη του ατομική έκθεση πραγματοποιήθηκε στην Αθήνα (1981, Ζουμπουλάκη).

Το έργο του περιλαμβάνει γλυπτά, κατασκευές και εγκαταστάσεις, συνήθως μεγάλου μεγέθους, που ερευνούν τη σχέση της γλυπτικής με το χώρο και την επικοινωνία με το θεατή. Στις πρώτες του εγκαταστάσεις κυριαρχεί η αναδιαμόρφωση του αρχιτεκτονικού περιβάλλοντος με την παρουσία τρισδιάστατων κατασκευών από διάφορα υλικά, οι οποίες μπορούν να διατάσσονται με διαφορετικούς τρόπους, δημιουργώντας την αίσθηση της μεταβλητότητας και της κίνησης μέσα στο χώρο. Το παιχνίδι με τους νόμους του τυχαίου κάνει πιο έντονη αυτή την αίσθηση (Mappemonde, Ζάρια).

Από τη δεκαετία του 1990 σημειώθηκε μια στροφή στη θεματολογία του, από την οποία μάλιστα θα προέλθει το πιο δημοφιλές κομμάτι της δουλειάς του. Σε αυτή τη φάση πρωταγωνίστησαν οι ανθρώπινες φιγούρες και το έντονο κόκκινο χρώμα. Οι φιγούρες είναι συνήθως σε φυσικό μέγεθος, σε σύνολα ή κατά μόνας, συχνά αποσπασματικές ή αποτελούμενες από συναρμολογούμενα τμήματα, ώστε να μεταπλάθονται αλλάζοντας όψη. Πρόκειται για κατασκευές που θυμίζουν ταυτοχρόνως αγάλματα και μηχανικά αντικείμενα με πολλές δυνατότητες μεταμόρφωσης (Αστοί ), ανατρέποντας την παραδοσιακή στατικότητα της γλυπτικής. Ταξίδεψε και εργάστηκε σε πολλές χώρες (Ευρώπη, Ασία, Αμερική). Από το 1992 έγινε καθηγητής γλυπτικής στην ΑΣΚΤ της Αθήνας.

Είχε κάνει ατομικές εκθέσεις στην Ελλάδα και στο εξωτερικό (Γλασκόβη, Φλωρεντία, Βρυξέλες, Μόναχο, Νέα Υόρκη, κ.ά.). Συμμετείχε επίσης σε πολυάριθμες ομαδικές εκθέσεις, εντός και εκτός Ελλάδας. Το 1982 έλαβε μέρος στην Μπιενάλε Νέων (Παρίσι) και στα Ευρωπάλια στο Βέλγιο. Συμμετείχε επίσης στη Μπιενάλε του Sao Paulo (1987) και στο Aperto της Μπιενάλε της Βενετίας (1988). Εκπροσώπησε την Ελλάδα στη Μπιενάλε Βενετίας (1990, μαζί με τον Γιάννη Μπουτέα) και στην 1η Μπιενάλε της Gwangju (Κορέα, 1995). Η τελευταία του έκθεση ήταν στο Εβραϊκό Μουσείο της Θεσσαλονίκης και μια από τις πιο σημαντικές για την δουλειά του ήταν στο Κέντρο Σύγχρονης Δημιουργίας Ρεθύμνης το 2005, με επιμελήτρια την Μαρία Μαραγκού.

Οι λεπτομέρειες της κηδείας δεν έχουν γίνει ακόμη γνωστές.