Το ημερολόγιο έγραφε 11 Νοεμβρίου του 1990, όταν ο Γιάννης Ρίτσος άφησε την τελευταία του πνοή. Ήταν ένας από τους σπουδαιότερους Έλληνες ποιητές και αρκετά από τα έργα του έχουν μεταφραστεί σε διάφορες γλώσσες.

Δημοσίευσε πάνω από εκατό ποιητικές συλλογές και συνθέσεις, εννέα μυθιστορήματα, τέσσερα θεατρικά έργα και μελέτες.

Η Σονάτα του Σεληνόφωτος, ο Επιτάφιος, η Ρωμιοσύνη είναι κάποια από τα μεγαλύτερα ποιήματα του. Μάλιστα, πολλά από αυτά έχουν μελοποιηθεί από τον Μίκη Θεοδωράκη όπως η Ρωμιοσύνη και ο Επιτάφιος.

Λίγα λόγια για τον Γιάννη Ρίτσο
Ο Γιάννης Ρίτσος γεννήθηκε 1η Μάιου του 1909, στη Μονεμβασιά Λακωνίας και ήταν το τελευταίο παιδί της του Ελευθερίου Ρίτσου και της Ελευθερίας Βουζουναρά.
Είχε ακόμη τρία μεγαλύτερα αδέρφια την Νίνα, τον Μίμη και την Λούλα. Το 1919 αποφοίτησε από το Σχολαρχείο της Μονεμβασιάς.
ριτσος2.JPG
Δύο χρόνια αργότερα, το 1921 γράφτηκε στο Γυμνάσιο του Γυθείου, αλλά δυστυχώς για εκείνον την ίδια χρονιά πέθαναν από φυματίωση, ο αδερφός του Μίμης και η μητέρα του από φυματίωση.

Το 1924 δημοσίευσε τα πρώτα του ποιήματα στο περιοδικό «Διάπλαση των Παίδων» με το ψευδώνυμο «Ιδανικόν Όραμα». Το 1925 ολοκλήρωσε τις γυμνασιακές του σπουδές στο Γύθειο και έφυγε με την αδερφή του ��ούλα για την Αθήνα.

Είχε προηγηθεί η οικονομική καταστροφή του πατέρα του και έτσι ο ποιητής αναγκάστηκε να εργαστεί για τα προς το ζην, αρχικά ως δακτυλογράφος και στη συνέχεια ως αντιγραφέας στην Εθνική Τράπεζα.

Το 1926 ήταν μια άσχημη χρονιά για τον Γιάννη Ρίτσο, καθώς οι γιατροί του ανακοίνωσαν πως προσβλήθηκε από φυματίωση. Τότε ήταν που αποφάσισε να επιστρέψει στην Μονεμβασιά και να γραφτεί στη Νομική Σχολή της Αθήνας, αλλά δεν κατάφερε ποτέ να φοιτήσει.

Έτσι λοιπόν, αποφάσισε να συνεχίσει να εργάζεται ως βοηθός βιβλιοθηκάριου και γραφέας στο Δικηγορικό Σύλλογο της Αθήνας.

ριτσος3.jpg

Αρχές του επόμενου έτους νοσηλεύτηκε στην κλινική Παπαδημητρίου και τον επόμενο μήνα στο σανατόριο «Σωτηρία», όπου έμεινε τελικά για τρία χρόνια. Στο σανατόριο γνωρίστηκε με τη Μαρία Πολυδούρη και με μαρξιστές και διανοούμενους της εποχής του, ενώ παράλληλα έγραψε κάποια ποιήματά του που δημοσιεύτηκαν στο φιλολογικό παράρτημα της Εγκυκλοπαίδειας «Πυρσός».

Από το Φθινόπωρο του 1930 και για ένα χρόνο έζησε στα Χανιά, αρχικά στο φθισιατρείο της Καψαλώνας και μετά από προσωπική του καταγγελία των άθλιων συνθηκών ζωής που επικρατούσαν εκεί σε τοπική εφημερίδα, μεταφέρθηκε μαζί με όλους τους τρόφιμους στο σανατόριο Άγιος Ιωάννης.

Τον Οκτώβριο του 1931 επέστρεψε στην Αθήνα και ανέλαβε τη διεύθυνση του καλλιτεχνικού τμήματος της Εργατικής Λέσχης. Εκεί σκηνοθέτησε και συμμετείχε σε παραστάσεις.

Η υγεία του βελτιώθηκε σταδιακά, το ίδιο και τα οικονομικά του με τη βοήθεια της αδερφής του Λούλας, που είχε στο μεταξύ παντρευτεί και φύγει για την Αμερική.

Τον επόμενο χρόνο ο πατέρας του μπήκε στο Ψυχιατρείο στο Δαφνί (όπου πέθανε το 1938) και πέντε χρόνια αργότερα τον ακολούθησε η Λούλα, η οποία πήρε εξιτήριο το 1939.

Το 1934 άρχισε να αρθρογραφεί από τις στήλες του «Ριζοσπάστη» και εξέδωσε την πρώτη του συλλογή με τίτλο «Τρακτέρ» με το ψευδώνυμο Σοστίρ (αναγραμματισμό του επιθέτου του).
ΡΙΤΣΟΣ4.jpg

Τον ίδιο χρόνο έγινε μέλος του ΚΚΕ, στο οποίο παρέμεινε πιστός μέχρι τον θάνατό του.

Τ�� 1935 κυκλοφορεί την δεύτερη ποιητική συλλογή του με τίτλο «Πυραμίδες» και προσλαμβάνεται ως επιμελητής κειμένων στις εκδόσεις «Γκοβόστη».

Στις 9 Μαΐου 1936 γίνονται στη Θεσσαλονίκη αιματηρές ταραχές, κατά την διάρκεια της μεγάλης καπνεργατικής απεργίας.

Την επομένη ο Ρίτσος βλέπει στο «Ριζοσπάστη» τη φωτογραφία μιας μάνας να θρηνεί το νεκρό παιδί της και παίρνει αφορμή για να γράψει ένα από πιο δημοφιλή ποίηματά του, τον «Επιτάφιο», που εκδίδεται σε 10.000 αντίτυπα.

ριτσος1.jpg

Με τη δικτατορία Μεταξά (1936-1940) τα τελευταία 250 καίγονται στους στύλους του Ολυμπίου Διός.

Το 1937 νοσηλεύτηκε στο σανατόριο της Πάρν��θας και τον ίδιο χρόνο συγκλονισμένος από την αρρώστια της πολυαγαπημένης του αδελφή Λούλας, γράφει την ποιητική σύνθεση «Το τραγούδι της αδελφής μου», ένα από τα ωραιότερα λυρικά της νεοελληνικής ποίησης.

Το 1945 γράφει την «Ρωμιοσύνη», ένα ακόμη δημοφιλές ποίημά του, που τον μελοποίησε το 1966 ο Μίκης Θεοδωράκης.

Στην διάρκεια του Εμφυλίου Πολέμου εξορίστηκε λόγω της αριστερής δράσης του στο Κοντοπούλι της Λήμνου (1948), στη Μακρόνησο (1949) και στον Άγιο Ευστράτιο (1950-1951). Το 1952 επέστρεψε στην Αθήνα.

Το 1954 παντρεύτηκε την παιδίατρο Φηλίτσα Γεωργιάδου από τη Σάμο, με την οποία απέκτησε μια κόρη, την Έρη (1955).

Το 1960 ο Μίκης Θεοδωράκης μελοποίησε τον «Επιτάφιο» και σηματοδότησε την περίοδο της διάδοσης της μεγάλης ποίησης στο πλατύ κοινό.

Όταν ξέσπασε το πραξικόπημα της 21ης Απριλίου 1967, οι φίλοι του τον ειδοποίησαν να κρυφτεί, εκείνος όμως δεν έφυγε από το σπίτι του. Τον συνέλαβαν και τον έκλεισαν στον Ιππόδρομο του Φαλήρου. Στα τέλη Απριλίου μεταφέρθηκε στη Γυάρο και αργότερα στο Παρθένι της Λέρου.

Το 1968 νοσηλεύθηκε στον «Άγιο Σάββα» και στην συνέχεια τέθηκε σε κατ' οίκον περιορισμό στο σπίτι της γυναίκας του στο Καρλόβασι της Σάμου.

Το 1970 επέστρεψε στην Αθήνα, μετά όμως από άρνησή του να συμβιβαστεί με το καθεστώς του Παπαδόπουλου εξορίστηκε εκ νέου στη Σάμο ως το τέλος του χρόνου που μπήκε για εγχείρηση στη Γενική Κλινική Αθηνών.

Το 1973 συμμετείχε στα γεγονότα του Πολυτεχνείου.

Μετά την πτώση της δικτατορίας και τη μεταπολίτευση έζησε κυρίως στην Αθήνα, όπου συνέχισε να γράφει με πυρετώδεις ρυθμούς.

Το 1975 αναγορεύτηκε σε επίτιμο διδάκτορα του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης και τιμήθηκε με το μεγάλο γαλλικό βραβείο ποίησης «Αλφρέ ντε Βινί».

Τον επόμενο χρόνο τιμήθηκε με το βραβείο «Λένιν» στην Μόσχα.

Ακολούθησαν τα επόμενα χρόνια, αναγορεύσεις του σε διάφορα ξένα πανεπιστήμια: Μπίρμιγχαμ (1978), Καρλ Μαρξ της Λειψίας (1984) και Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών (1987). Το 1986 του απονεμήθηκε το βραβείο «Ποιητής διεθνούς ειρήνης» του ΟΗΕ.