Ο Μίκης Θεοδωράκης μέσω της επίσημης σελίδας θέλησε να εκφράσει την απόλυτη εμπιστοσύνη προς το πρόσωπο του Σάκη Ρουβά.

Όπως σας έγραψε πρώτο το star.gr, o κορυφαίος Έλληνας τραγουδιστής στις 2 Μαΐου θα τραγουδήσει το «Άξιον Εστί» σε εκδήλωση για τα 90 χρόνια από την γέννηση του, Μίκη Θεοδωράκη.

Ο μεγάλος μας συνθέτης αναφέρει χαρακτηριστικά: «Επειδή τελευταία γράφτηκαν πολλές ανακρίβειες με αφορμή τη συμμετοχή του κ. Ρουβά στην συναυλία που διοργανώνει ο Δήμος Νέας Σμύρνης με το «Άξιον Εστί», αναγκάζομαι να διευκρινίσω τα εξής:


1) Είναι γνωστές οι απόψεις μου για το θέμα των «απαγορεύσεων», τις οποίες απόψεις υποστηρίζω εδώ και δεκαετίες και συνοψίζονται στα εξής: Πιστεύω ότι το έργο από τη στιγμή που θα δημιουργηθεί, ξεφεύγει ακόμα και από τον ίδιο τον δημιουργό, που δεν έχει δικαίω��α να κρίνει δικτατορικά ποιος είναι «άξιος» να το ερμηνεύσει και ποιος όχι. Μόνος κριτής είναι το κοινό και ο χρόνος. Αυτοί τελικά κρίνουν τι θα πάει στα σκουπίδια και τι θα μείνει για πάντα. Θα πρέπει επίσης να πω ότι θεωρώ την χειρότερη εκτέλεση πολύ καλύτερη από μια απαγόρευση.

2) Όχι, δεν ήταν δική μου απόφαση η επιλογή του κ. Ρουβά, όπως αναληθώς βλέπω να αναγράφεται σε διάφορες ιστοσελίδες. Την πληροφορήθηκα εκ των υστέρων, ως τετελεσμένο γεγονός, από τον μαέστρο κ. Ορφανίδη, που μίλησε εδώ και αρκ��τές μέρες με την γραμματέα μου, στην οποία και ανακοίνωσε την απόφαση του Δήμου Νέας Σμύρνης να οργανώσει τιμητική για τα 90 μου χρόνια συναυλία με το «Άξιον Εστί», καθώς και τα ονόματα των συντελεστών, στην επιλογή των οποίων δεν είχα την παραμικρή ανάμιξη.

3) Η όλη ιστορία με
προκαλεί να τελειώσω την δήλωσή μου αυτή με τις εξής σκέψεις:

Η Μουσική μου και φυσικά και το «Άξιον Εστί» γνώρισε κατά καιρούς απαγορεύσεις από πολλές και διαφορετικές πλευρές. Χούντες, κόμματα, πολιτικές νεολαίες, εφημερίδες, τηλεοράσεις… Πώς να ξεχάσω την επιστολή ακόμα και των δικηγόρων του ίδιου του Ελύτη, την εποχή που ήμουν Γεν. Δ/ντής Μουσικών Συνόλων της ΕΡΤ, στην οποία όπως έγραφαν, «δεν ήταν σίγουροι για την ποιότητα της εκτέλεσης» (κι ας ήμουν εγώ στο πόντιουμ του μαέστρου και ο Μπιθικώτσης στον ρόλο του λαϊκού τραγουδιστή…). Για την ιστορία να πω ότι η συναυλία εκείνη δόθηκε συνολικά 3 φορές στο Ηρώδειο λόγω της πρωτοφανούς ανταπόκρισης του κοινού.

Ελληνικές Δισκογραφικές Εταιρίες που πλούτισαν από το έργο μου, απέσυραν συχνά τους δίσκους μου από το εμπόριο, ενώ πολλοί τραγουδιστές μου, για πολιτικούς ή άλλους λόγους, διέγραφαν τα έργα μου από το ρεπερτόριό τους.

Και διερωτώμαι: Ποια ήταν η αντίδραση των «φίλων της μουσικής μου» σε όλες αυτές τις περιπτώσεις; Απολύτως καμμία! Ούτε ένας Έλληνας δεν θεώρησε χρέος του να υπερασπίσει το έργο μου σε όλες αυτές τις απαγορεύσεις και αποκλεισμούς! Ούτε ένας! Και ξαφνικά βλέπω τώρα να γεμίζει το Ιντερνετ και ο τύπος από δεκάδες δημοσιεύματα «υπερασπιστών του έργου μου», που ζητούν να προστεθώ κι εγώ ο ίδιος στον μακρύ κατάλογο αυτών που κατά καιρούς το απαγόρευσαν. Και γιατί; Διότι, λένε, ο συγκεκριμένος ερμηνευτής ανήκει στην «υποκουλτούρα». Όμως τι σημαίνει άραγε ο όρος αυτός; Το θέμα είναι μεγάλο και πολύπλοκο και εξαρτάται από την οπτική γωνία του καθενός.

Σε ό,τι με αφορά, τι θέλετε να σκεφτώ, όταν βλέπω το έργο μου (που το θεωρούν υποτίθεται ποιοτικό) να μην υπάρχει στη χώρα μου; Και πώς να υπάρχει όταν βρίσκεται επί δεκαετίες ολόκληρες αντιμέτωπο με καταστάσεις σαν αυτές που ανέφερα πιο πάνω, με την ανοχή (στην καλύτερη περίπτωση) και τη σιωπή του θεωρούμενου προοδευτικού χώρου, δηλαδή τουλάχιστον του 60% του λαού μας;

Τι θα πρέπει άραγε να σκεφτώ εγώ που αφιέρωσα τη ζωή μου στην πραγματική Ελληνική Αριστερά και χάρισα στον Λαό μας έργα σαν το «Άξιον Εστί» που από τη μια τα θεωρούν, όπως λένε, υποδείγματα της «καλής κουλτούρας», κι από την άλλη ανέχονται τις κατά καιρούς απαγορεύσεις και το μποϋκοτάζ τους, ακόμα κι από τις ίδιες τις παρατάξεις στις οποίες ανήκουν; Τι να σκεφτώ βλέποντας όλους αυτούς τους ανέκαθεν απόντες να ξυπνούν μόνο στην περίπτωση Ρουβά και να ξεσπαθώνουν λαύροι απαιτώντας από μένα να απαγορεύσω τη συμμετοχή του;

Από όλα αυτά προκύπτει ότι η έννοια της υποκουλτούρας για μένα είναι διαφορετική απ’ ό,τι είναι για κείνους. Είναι, πιστεύω, φυσικό να θεωρώ την γενικευμένη ηθική υποκουλτούρα, μέσα στην οποία καταδικάστηκα να ζω, ως απείρως χειρότερη από εκείνη που σχετίζεται με την Τέχνη και τα δυσδιάκριτα σύνορα ανάμεσα στις πολλές και ποικίλες της εκφάνσεις.


Αθήνα,
21η Απριλίου 2015
(Κατάλληλη ημερομηνία να μιλάμε για «απαγορεύσεις»…).

Μίκης Θεοδωράκης»

Η τοποθέτηση του αντιδημάρχου Πολιτισμού του Δήμου Νέας Σμύρνης

Ο αντιδήμαρχος Πολιτισμού του Δήμου Νέας Σμύρνης, Βαγγέλης Χατζατουριάν υποστήριξε τον Σάκη Ρουβά δηλώνοντας στο tlife: «Είναι μία πρόταση που απηύθυνα προσωπικά, πριν από δύο μήνες, με τρεις αποδέκτες, το Σάκη Ρουβά, το Θεόδωρο Ορφανίδη και τον Μίκη Θεοδωράκη. Επειδή ο Μίκης Θεοδωράκης είναι ένας άνθρωπος ο οποίος έζησε από τα νεανικά του χρόνια μέχρι και αρκετά μεγάλη ηλικία στην πόλη της Νέας Σμύρνης, αποφασίσαμε να κάνουμε μια πολύ μεγάλη επετειακή εκδήλωση σε σχέση με την επέτειο των 90 χρόνων.

Ο Σάκης Ρουβάς ήταν ιδιαίτερα θετικός, το θεώρησε μάλιστα ως πρόκληση, όπως μου είπε. Ο Μίκης Θεοδωράκης ήταν ενθουσιώδης και ο Θεόδωρος Ορφανίδης ήταν επίσης ενθουσιώδης.

Εγώ τη μόνη ένσταση που είχα ήταν το γεγονός αν θα μπορούσε φωνητικά, τεχνικά δηλαδή, να υποστηρίξει ο Σάκης Ρουβάς αυτό το εγχείρημα. Ο Μίκης Θοεδωράκης, όπως σας είπα, ήταν ενθουσιώδης οπότε δεν είχε κανένα θέμα ότι μπορεί να υποστηριχτεί φωνητικά το έργο του, το “Άξιον εστί”. Ο Θεόδωρος Ορφανίδης, ο οποίος είναι διευθυντής συμφωνικής ορχήστρας παγκόσμιας εμβέλειας (διευθυντής της Orchestra Mobile με έδρα το Βερολίνο), θεώρησε ότι ταιριάζει η φωνή και μπορεί να ακουμπήσει και να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις αυτού του έργου. Κάνουν πρόβες εδώ και δύο μήνες.

Το σχόλιο που έχω να κάνω σε σχέση με την κριτική, κυρίως την “αρνητική”, είναι ότι η επιλογή η δική μας ήταν συνειδητή. Δεν ήταν απλά μία επιλογή η οποία ενείχε απλά μία ανατροπή. Επιλέξαμε έναν άνθρωπο ο οποίος έχει λάμψη καλλιτεχνική.

Το να έρθουν νέοι άνθρωποι σε αυτή τη συναυλία είναι για μένα μία πολύ μεγάλη πρόκληση κι ένα μεγάλο στοίχημα. Εγώ, θα κάνω την ερώτηση σε όλους αυτούς, χωρίς να υποτιμώ κανέναν και την παιδεία κανενός, ποιο 16χρονο, 18χρονο ακόμα και 20χρονο παιδί ξέρει για το “Άξιον εστί” του Μίκη Θεοδωράκη;

Αυτά τα παιδιά που θα έρθουν, που θα έρθουν πιθανόν για να δούνε το Ρουβά και τη λάμψη ενός καλλιτέχνη ή ενός ωραίου προσώπου όπως είναι ο Σάκης Ρουβάς, μέσα σε δύο ώρες της συναυλίας θα μάθουν το “Άξιον εστί” και θα μάθουν σπουδαία και πολλά πράγματα για έναν άνθρωπο ογκόλιθο στη μουσική ιστορία της χώρας μας, όπως είναι ο Μίκης Θεοδωράκης.

Η μουσική, λοιπόν, η πολιτιστική κληρονομιά πρέπει να μεταδίδεται και να μεταλαμπαδεύεται. Θα μπορούσαμε πολύ εύκολα να επιλέξουμε έναν καλλιτέχνη που ταιριάζει και που έχει ξανατραγουδήσει. Άλλωστε το “Άξιον εστί” έχει τραγουδηθεί από πολλούς καλλιτέχνες, όχι μόνο από τον Γρηγόρη Μπιθικώτση που διάβασα χθες. Το έχει τραγουδήσει ο Γιάννης Κόσιρας, ο Δημήτρης Μπάσης, ο Γιώργος Νταλάρας.
Εμείς, κάναμε μία επιλογή όπου η νεολαία, οι νέοι άνθρωποι, οι νέες γενιές μπορούν μέσα από αυτό τον τρόπο να ακουμπήσουν σε γνώσεις ένα πολύ μεγάλο μουσικό έργο και μια πολύ μεγάλη μουσική παρακαταθήκη που έχει η χώρα μας, όπως είναι ο Μίκης Θεοδωράκης. Αυτό ήταν το σκεπτικό μας.

Μιλήσαμε και χθες (με τον Μίκη Θεοδωράκη). Επειδή έχει ένα πολύ μεγάλο εύρος πνεύματος ο Μίκης Θεοδωράκης, μου είπε ότι ο πολιτισμός, οι τέχνες δεν πρέπει να μπαίνουν σε καλούπια. Η τέχνη από μόνη της ενέχει ένα στοιχείο ανατροπής. Οι τέχνες δεν πρέπει να έχουν σύνορα, καλλιτεχνικά σύνορα και ιδιαίτερα δεν πρέπει να ενέχουν καλλιτεχνικό ρατσισμό. Εξακολουθεί να είναι τόσο θετικός, ακόμα και περισσότερο από όσο ήταν δύο μήνες πριν όταν είχαμε συμφωνήσει και είχαμε μιλήσει για τη σκέψη και την ιδέα.

Όλοι αυτοί οι άνθρωποι είναι αυτοί που θα μπορούσαν να έχουν τις ενστάσεις τους. Αυτοί όχ�� μόνο δεν τις είχαν αλλά συνεπικούρησαν ιδιαίτερα και θεώρησαν κι εκείνοι πρόκληση τη συναυλία αυτή».

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ:

Ο Θ. Μικρούτσικος και η Μ. Λίντα μιλούν για το «Άξιον Εστί» και τον Σάκη Ρουβά!