Στη στείρα άρνηση επιμένει η Βρετανική κυβέρνηση και το Βρετανικό Μουσείο αναφορικά με το θέμα της επιστροφής των Μαρμάρων του Παρθενώνα στην Ελλάδα, καθώς απέρριψαν μέχρι και την πρόταση για διαμεσολάβηση της UNESCO.

Σε απαντητική επιστολή τους οι δύο υπουργοί Πολιτισμού και Ευρωπα��κών Υποθέσεων επιμένουν ότι τα Γλυπτά αποκτήθηκαν νόμιμα από τον λόρδο Έλγιν και νομίμως παραμένουν στο Βρετανικό Μουσείο. Μάλιστα, πρόβαλαν το απίστευτο επιχείρημα ότι ουδέποτε από το 1816 μέχρι το 1985 δεν είχε τεθεί θέμα παράνομης κατοχής των Μαρμάρων!

Η επιστολή του προέδρου των εφόρων του Βρετανικού Μουσείου, σερ Ρίτσαρντ Λάμπερτ, αναφέρει: «Με ειλικρινή σεβασμό για τον οργανισμό, ύστερα από λεπτομερή και προσεκτική εξέταση αποφασίσαμε να μην κάνουμε δεκτό το σχετικό αίτημα».

Στην συνέχεια λέει: «Πιστεύουμε ότι η πλέον εποικοδομητική οδός, την οποία ήδη ακολουθούμε, είναι αυτή της απευθείας συνεργασίας με τα άλλα μουσεία και πολιτιστικούς θεσμούς, όχι μόνο στην Ελλάδα αλλά και σε ολόκληρο τον κόσμο. Είναι διαρκής επιθυμία και επιδίωξη του Μουσείου να εναρμονίζεται με τους στόχους της UNESCO για τη διαφύλαξη και προστασία της παγκόσμιας πολιτιστικής κληρονομιάς που βρίσκεται σε κίνδυνο. Παρά ταύτα, είναι σαφές ότι τα σωζόμενα Γλυπτά του Παρθενώνα, συντηρημένα με προσοχή σε διάφορα μουσεία της Ευρώπης, δεν εμπίπτουν σε αυτή την κατηγορία».

Στην επιστολή σημειώνεται πως οι έφοροι του Βρετανικού Μουσείου φυλάσσουν τα Μάρμαρα «όχι μόνο για το Βρετανικό λαό αλλά και προς όφελος του κοινού παγκοσμίως, στο παρόν και το μέλλον».

Ο σερ Ρίτσαρντ Λάμπερντ αναφέρει ότι «οι Έφοροι επιθυμούν να αναπτύξουν περαιτέρω τις ήδη καλές σχέσεις με τους συναδέλφους και τους φορείς στην Ελλάδα και να διερευνήσουν την πιθανότητα συνεργασιών, όχι σε επίπεδο κυβερνήσεων αλλά απευθείας σε επίπεδο φορέων. Γι' αυτό το λόγο πιστεύουμε ότι η εμπλοκή της UNESCO δεν αποτελεί τον πλέον πρόσφορο τρόπο για να προχωρήσουμε».

Η εν λόγω επιστολή κλείνει ως εξής:«Τόσο η μελέτη όσο και η έκθεση των Γλυπτών του Παρθενώνα σε όσο το δυνατόν ευρύτερο κοινό φωτίζει όχι μόνο τα επιτεύγματα της Κλασικής Ελλάδας αλλά και της επιρροής της παγκοσμίως. Καταλήγοντας, συνεπώς, θα θέλαμε να καλέσουμε τους συναδέλφους μας στα ελληνικά μουσεία να συνεχίσουν να εργάζονται μαζί μας αναζητώντας νέους τρόπους που θα δίνουν τη δυνατότητα σ’ ολόκληρο τον κόσμο να δει, να μελετήσει και να απολαύσει τα γλυπτά του Παρθενώνα».

ΔΕΙΤΕ ΕΔΩ ΤΗΝ ΕΠΙΣΤΟΛΗ