Έγινε γνωστός ως ο «σταθμός της ξενιτιάς», καθώς μεταπολεμικά αποτέλεσε αφετηρία πολλών αμαξοστοιχιών με μετανάστες, οι οποίοι αναζητούσαν μια καλύτερη ζωή στην κεντρική και βόρεια Ευρώπη.

Ο παλαιός σιδηροδρομικός σταθμός στο λιμάνι του Πειραιά με τη μακρά ιστορία, αλλά και το αβέβαιο μέλλον, χαρακτηρίστηκε μνημείο από το Κεντρικό Συμβούλιο Νεωτέρων Μνημείων.

Ο σταθμός, γνωστός και ως σταθμός Αγίου Διονυσίου λόγω της γειτνίασής του με τον ομώνυμο ναό, δεσπόζει στα όρια του κεντρικού λιμένος του Πειραιά με τη Δραπετσώνα. Χτίστηκε στα τέλη του 19ου αιώνα και άρχισε να λειτουργεί με το γύρισμα του αιώνα.

Αποτελείται από το επίμηκες πέτρινο κτίριο του σταθμού, που είναι διώροφο στο κέντρο και έχει εκατέρωθεν δύο μονώροφα τμήματα, και από το μεγάλο υπόστεγο, τις αποβάθρες και τις σιδηροδρομικές γραμμές στη δυτική πίσω όψη του.

Ο σιδηροδρομικός σταθμός αποτελεί τμήμα ενός από τα σημαντικότερα τεχνικά έργα του 19ου αιώνα, όραμα του Χαριλάου Τρικούπη, για τη σύνδεση της πρωτεύουσας και του επινείου της με τα βόρεια σύνορα της χώρας και με τις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες.

Ο σταθμός λειτούργησε ως το 2004 και στη συνέχεια εγκαταλείφθηκε, οπότε και καταλήφθηκε και βανδαλίστηκε.