​«Αδιαφορώ… για την δόξα. Με φυλακίζει μες στα πλαίσια που καθορίζει εκείνη κι όχι εγώ.
Πιστεύω… στο τραγούδι που μας αποκαλύπτει και μας εκφράζει εκ βαθέων, κι όχι σ’ αυτό που κολακεύει τις επιπόλαιες και βιαίως αποκτηθείσες συνήθειές μας.».

Σήμερα θα ήταν 90 χρόνων ο Μάνος Χατζιδάκις, ο προφητικός, διορατικός Μάνος, όπως ήταν πάντα οι ��αλαιοί αυθεντικοί δημιουργοί.
Ο κορυφαίος Ελληνας μουσικοσυνθέτης, διανοούμενος και ποιητής έφυγε από τη ζωή στις 15 Ιουνίου του 1994 από οξύ πνευμονικό οίδημα αφήνοντας πίσω του μία σημαντική πολιτιστική κληρονομιά.

Ο Μάνος Χατζιδάκις γεννήθηκε στην Ξάνθη τον Οκτώβριο του 1925 και από μικρό παιδί μπήκε στον κόσμο της μουσικής, κάνοντας μαθήματα πιάνου, βιολιού και ακορντεόν. Μετά τον χωρισμό των γονιών του, εγκαθίσταται μαζί με τη μητέρα του στην Αθήνα, όπου αναγκάζεται για βιοποριστικούς λόγους και αφού είχε προηγηθεί ο θάνατος του πατέρα του σε αεροπορικό δυστύχημα, να δουλέψει ως φορτοεκφορτωτής στο λιμάνι, παγοπώλης σε εργοστάσιο, υπάλληλος σε φωτογραφείο και βοηθός νοσοκόμος.

Η μουσική, ωστόσο, συνεχίζει να υπάρχει στη ζωή του ενώ ξεκινά και σπουδές Φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, τις οποίες όμως δεν θα ολοκληρώσει ποτέ. Είναι η περίοδος που έρχεται σε επαφή με τον Νίκο Γκάτσο, τον Γιώργο Σεφέρη, τον Οδυσσέα Ελύτη, τον Άγγελο Σικελιανό, τον Γιάννη Τσαρούχη ενώ κατά την τελευταία περίοδο της Κατοχής, γνωρίζει αναπτύσσει στενή φιλία με τον Μίκη Θεοδωράκη μέσω της ΕΠΟΝ.

Η πρώτη του εμφάνιση ως συνθέτη ήταν ήδη από το 1944, σε ηλικία 19 ετών, με τη συμμετοχή του στο έργο «Τελευταίος Ασπροκόρακας» του Αλέξη Σολομού, στο Θέατρο Τέχνης του Κάρολου Κουν.

Στη σχολή του Θεάτρου Τέχνης, ο Χατζιδάκις θα παρακολουθήσει και μαθήματα υποκριτικής, αλλά ο ίδιος ο Κουν θα τον προτρέψει να αφοσιωθεί αποκλειστικά στην μουσική. Ωστόσο συνέχισε τη συνεργασία του με το Θέατρο Τέχνης για 15 χρόνια, ενώ το 1946, καταγράφεται και η πρώτη του δουλειά για τον κινηματογράφο, στην ταινία Αδούλωτοι Σκλάβοι.

Την περίοδο αυτή, ο Χατζιδάκις ανακαλύπτει το ρεμπέτικο τραγούδι και γίνεται ο πρώτος που θα το μελετήσει σε βάθος και θα κατανοήσει την αξία του. Στις 31 Ιανουαρίου 1949, σε ηλικία 23 ετών, δίνει στο Θέατρο Τέχνης την διάσημη πλέον διάλεξη για το ρεμπέτικο τραγούδι.

Από το 1950 διετέλεσε καλλιτεχνικός διευθυντής και ιδρυτικό μέλος του Ελληνικού Χοροδράματος της Ραλλούς Μάνου, όπου παρουσιάζει τα τέσσερα μπαλέτα του, «Μαρσύας» (1950), «Έξι Λαϊκές Ζωγραφιές» (1951), «Το Καταραμένο Φίδι» (1951) κα «Ερημιά» (1958) ενώ την ίδια περίοδο, η Μαρίκα Κοτοπούλη αναθέτει στον Χατζιδάκι τη σύνθεση της μουσικής για τις «Χοηφόρους» από την «Ορέστεια» του Αι��χύλου και αυτό ήταν η αφορμή του για την ενασχόληση με το αρχαίο δράμα.

Από το 1957 ξεκινά μία περίοδος έντονης δημιουργικής δράσης. Ο Χατζιδάκις συνθέτει ασταμάτητα για το θέατρο και τον κινηματογράφο, όπου το έργο του γνωρίζει μεγάλη δημοφιλία, ενώ παράλληλα γράφει πολλά σημαντικά μουσικά έργα.

Το 1961 του απονέμεται το βραβείο Όσκαρ για το τραγούδι "Τα παιδιά του Πειραιά", από την ταινία του Ζιλ Ντασέν "Ποτέ την Κυριακή". Η βράβευση αυτή του δίνει παγκόσμια δημοσιότητ��, την οποία ο Χατζιδάκις προσπαθεί να αποφύγει με κάθε τρόπο, θεωρώντας ότι του στερεί την δυνατότητα να διαμορφώσει ο ίδιος την σχέση του με τον ακροατή του. Στη συνέχεια συνεργάζεται με τον Μορίς Μπεζάρ. Οι Όρνιθες ανεβαίνουν με τα Μπαλέτα του 20ου αιώνα στις Βρυξέλλες.

Μερικά έργα της περιόδου αυτής είναι η μουσική για τη "Μήδεια" του Ευριπίδη (1958), το "Παραμύθι χωρίς όνομα", του Ι. Καμπανέλλη (1959) το "Ο κύκλος με την κιμωλία" του Μπρεχτ, η "Οδός ονείρων" (1962), αλλά και "Το χαμόγελο της Τζοκόντας" - δέκα τραγούδια για ορχήστρα γραμμένα αρχικά για φωνή, ειδικά για τη Ζακλίν Ντανό (Παρίσι, 1962).

Το 1966 ο Μάνος Χατζιδάκις πηγαίνει στην Αμερική προκειμένου να ανεβάσει στο Broadway με τον Ζυλ Ντασέν και τη Μελίνα Μερκούρη τη θεατρική διασκευή του «Ποτέ την Κυριακή» με τον τίτλο «Illya Darling». Εκεί έρχεται σε επαφή με την ποπ και ροκ αμερικανική μουσική σκηνή, γεγονός που οδήγησε στη δημιουργία του έργου «Reflections» σε συνεργασία με το συγκρότημα «New York Rock and Roll Ensemble».

Το 1972, επιστρέφει στην Αθήνα και τον επόμενο χρόνο ιδρύει το μουσικό καφεθέατρο «Πολύτροπο», με το οποίο επιδιώκει, σύμφωνα με τον ίδιο, «μια τελετουργική παρουσίαση του τραγουδιού, μ" όλα τα μέσα που μας παρέχει η σύγχρονη θεατρική εμπειρία». Η περίοδος αυτή, μέχρι το τέλος της ζωής του, θεωρείται η περισσότερο ώριμη στη μουσική του σταδιοδρομία και σηματοδοτείται με την ηχογράφηση του «Μεγάλου Ερωτικού».

Το 1985 παρουσιάζει και εκδίδει το πολιτιστικό περιοδικό «Τέταρτο» το οποίο καταγράφει τα καλλιτεχνικά και κοινωνικά δρώμενα μέσα από τις πολιτικές τους διαστάσεις και την ίδια χρονιά δημιουργεί την πρώτη ανεξάρτητη δισκογραφική εταιρεία στην Ελλάδα, «Σείριος», η οποία λειτουργεί μέχρι σήμερα.

Το 1989, ιδρύει την Ορχήστρα των χρωμάτων, προκειμένου να παρουσιάζει με πρωτότ��πο τρόπο έργα κλασικών και σύγχρονων συνθετών, την οποία διηύθυνε μέχρι το τέλος της ζωής του, δίνοντας συνολικά είκοσι συναυλίες και δώδεκα ρεσιτάλ ελληνικού και διεθνούς ρεπερτορίου.

Η έντονη ενασχόληση του Χατζιδάκι με τα κοινά, κατά την περίοδο αυτή, αποτυπώνεται σε σημαντικό τμήμα του έργου του. Χαρακτηριστικά έργα της περιόδου είναι "Η εποχή της Μελισσάνθης", έργο αυτοβιογραφικό αλλά και βαθιά πολιτικό, οι κύκλοι τραγουδιών "Τα παράλογα" (1978), "Οι μπαλάντες της οδού Αθηνάς" (1983), η μουσική παράσταση "Πορνογραφία" (1982) σε δική του σκηνοθεσία, η "Σκοτεινή μητέρα" και "Τα τραγούδια της αμαρτίας".