«Υπάρχουν άνθρωποι γύρω μας που αιμορραγούν, ένα μεγάλο μέρος του λαού μας αιμορραγεί», λέει η Κική Δημουλά και σχολιάζει την Ελλάδα και τους Έλληνες, τα κοινωνικά προβλήματα και τα αίτια της κρίσης.

Η 83χρονη ποιήτρια μιλά για όλους εκείνους που σήμερα κάνουν λόγο για «κατοχή» και υπόγειο «εμφύλιο πόλεμο»: «έζησα και την Κατοχή και τον εμφύλιο πόλεμο. Και από τους δυο πολέμους πτώματα είναι γεμάτη η μνήμη μου. Σήμερα ακούγονται πολλές στομφώδεις κουβέντες… Στην Κατοχή, πάντως, δεν αγωνιούσα ότι θα χαθεί η πατρίδα. Στον Εμφύλιο, αργότερα, είδα τους νεκρούς που άφηνε η ένοπλη ιδεολογία εκατέρωθεν», αναφέρει.

«Μου ζητάτε να έχω δει και κάτι περισσότερο απ' ό,τι φαίνεται. Να υποθέσω μόνον μπορώ. Και δεν ��πορώ να κατηγορήσω. Θα πείτε βέβαια ότι αυτό μοιάζει με στάση στρουθοκαμήλου, αλλά πραγματικά δεν μπορώ να ενοχοποιώ αδιακρίτως έναν ολόκληρο λαό όταν δεν ξέρω ποιος ήταν ο πρώτος ένοχος. Μια αλυσίδα ενόχων, ποιος όμως ήταν ο πρώτος ένοχος; Και αυτός γεννήθηκε ένοχος ή έγινε; Πολύ βαθιά νερά για το δικό μου άτολμο μυαλό», λέει η Κική Δημουλά όταν την ρωτούν για τα αίτια της κρίσης και συνεχίζει: «ακόμη πάντως και οι Έλληνες που μπήκαν να δουλέψουν στο Δημόσιο, χρησιμοποιώντας τη συναλλαγή και τις άκρες τους, δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι έχτισαν μια ζωή η οποία εν τούτοις γκρεμίστηκε όταν τους έδιωξαν. Αυτό είναι σκληρό. Το ζήτημα είναι να εντοπιστεί, αν και το θεωρώ αμφίβολο, η πρώτη ένοχη αιτία, το πρώτο χωρίς ήθος κύτταρο. Να είναι, λέτε, στη φυλή, στις καταβολές μας; Για ένα πράγμα είμαι σίγουρη: κανείς δεν γεννιέται κλέφτης, γίνεται κλέφτης».

Σε ένα από τα νέα της ποιήματα, η Κική Δημουλά αναφέρει ότι «αιμορραγούν τα πράγματα έξω… τραυματισμένος ο τόπος, τραυματισμένος ο καιρός» και η ίδια εξηγεί: «έτσι είναι. Υπάρχουν άνθρωποι γύρω μας που αιμορραγούν, ένα μεγάλο μέρος του λαού μας αιμορραγεί. Το γιατί και το πώς εγώ δεν μπορώ να το θίξω με την ποίησή μου, εγώ βλέπω την κίνηση των πραγμάτων. Αλλά μπορεί η ποίηση να κάνει μετάγγιση αίματος; Είναι αρκετό να συμπάσχει; Όχι, δεν είναι. Είναι αρκετό να το εκφράζει;».

«Παρά τα όσα λέω, η υστεροφημία μου μάλλον θα με απασχολεί. Αλλά ξυστά. Προς τι να την ποθώ, αφού δεν θα γνωριστούμε ποτέ; Ποιος θα τη νέμεται αυτή την υστεροφημία; Η αιωνιότητα της απουσίας μου;», αναφέρει σε άλλο σημείο της συνέντευξής της η βραβευμένη ποιήτρια και αποκαλύπτει τι κάνει όταν δεν γράφει: «δεν εκπροσωπώ όλες τις ποιήτριες, και πάντως συνταγή δεν υπάρχει. Προσωπικά, κύρια ασχολία μου είναι να μην ξεχάσω να αφαιρέσω μια ημέρα ακόμη απ' όσες μου υπολείπονται, να μετρήσω τις εκκρεμότητες που συσσωρεύονται - ελάχιστα τις περιορίζω - και να διαβάσω λίγο, όσο μου επιτρέπουν τα μάτια μου».