​Σαν σήμερα 17 Μαρτίου του 1988 έδωσε τέλος στη ζωή του ο τραγουδοποιός Νικόλας Άσιμος, μετά από δύο αποτυχημένες απόπειρες αυτοκτονίας. Απαγχονίστηκε μ' ένα σεντόνι δεμένο σε σωλήνα υδραυλικών στο μαγαζόσπιτό του, στο 55 της οδού Καλλιδρομίου στα Εξάρχεια.

"Ονομάζομαι Νικόλας Άσιμος. Ουχί Νίκος ουδέ Νικόλαος. Νικόλας και το "Άσιμος" με γιώτα. Ουχί Ασίμος, ουδεμίαν σχέσιν έχω με τον Ισαάκ Ασίμωφ. Τώρα θα μου πεις, γιατί το "Άσιμος" με γιώτα. Γιατί, όταν λέμε "ο τάδε είναι άσημος τραγουδιστής", η λέξη "άσημος" παίζει το ρόλο επιθετικού προσδιορισμού στη λέξη "τραγουδιστής" και γράφεται με ήτα. Ενώ το "Άσιμος" είναι όνομα ή καλύτερα επώνυμο και ουχί επιθετικός προσδιορισμός του εαυτού μου" είχε πει.

Τον ρώτησε κάποιος κάποτε. «Παλάβωσες Νικόλα; Γυρίζεις γύρω-γύρω το άγαλμα της πλατείας, κι επιταχύνεις το ρυθμό, κι έχουν περάσει ώρες;». και αυτός απάντησε τότε αυτό: «Όλοι, ο καθένας, η καθεμιά, κάνετε κύκλους, παρόλο που πάτε ευθεία. Γυρίζετε σα σβούρες και δεν παίρνετε χαμπάρι. Προκειμένου να κάνω κύκλους, εγώ μπαίνω μέσα στον κύκλο και τον αντιμετωπίζω. Παρόλο που βρίσκομαι ακόμα στην περιφέρεια. Θα φτάσω και στο κέντρο.»

Ο αντισυμβατικός "μπαγάσας" γεννήθηκε στις 20 Αυγούστου του 1949 στη Θεσσαλονίκη. Το πραγματικό του όνομα ήταν Νικόλαος Ασημόπουλος. Οι συμπεριφορές του και τα τραγούδια που έγραψε θεωρήθηκαν συχνά προκλητικά. Επρόκειτο για ένα έντονα πολιτικοποιημένο άτομο, που ιδεολογικά δεν ανήκε σε κάποιο χώρο.

O ίδιος ποτέ δεν αποδέχτηκε την "ταξινόμηση" σε κάποια ιδεολογία. Ο Άσιμος ήταν αρχικά αριστερός, απέκτησε όμως αναρχική συνείδηση λίγο αργότερα και στη συνέχεια ξεπέρασε και τον αναρχισμό, καθώς δεν επιθυμούσε να του "κολλούν ταμπέλες".


Στα δεκαοχτώ του έφυγε για τη Θεσσαλονίκη, για να σπουδάσει στο Νεοελληνικό Τμήμα της Φιλοσοφικής Σχολής. Αρχικός στόχος του ήταν ν�� περάσει στο τμήμα δημοσιογραφίας, την οποία άσκησε ερασιτεχνικά παράλληλα με τις σπουδές του. Τότε αγόρασε και την πρώτη του κιθάρα. Αυτοδίδακτος μουσικός, άρχισε εμφανίσεις σε μικρές μπουάτ. Αγνοώντας όλες τις προειδοποιήσεις της λογοκρισίας για τα τραγούδια του συνελήφθη και κρατήθηκε στην Ασφάλεια.

Το 1973, και χωρίς πτυχίο, κατέβηκε στην Αθήνα. Εμφανίστηκε σε αρκετές μπουάτ στην Πλάκα, σε συνεργασία με τραγουδιστές, ηθοποιούς και συνθέτες, παρουσιάζοντας ένα πρόγραμμα με μουσική, κείμενα, σκετς και ντοκουμέντα κόντρα στο κατεστημένο: «5η εποχή», «11η εντολή», «Χνάρι», «Μουσικό Θέατρο Φτώχειας», «Σούσουρο».

Το 1975 κυκλοφόρησε τα πρώτα του τραγούδια. Παράλληλα άρχισε την έκδοση «παράνομων» κασετών, που ηχογραφούσε και διακινούσε μόνος του. Δημιούργησε την «Exarchia Square Band».

Το 1977 φυλακίστηκε για δύο μήνες, μαζί με άλλους πέντε εκδότες - συγγραφείς, με επίσημη κατηγορία: «εξέχουσες προσωπικότητες που επηρεάζουν αρνητικά το κοινωνικό σύνολο». Το 1981 έγραψε το βιβλίο «Αναζητώντας Κροκανθρώπους» και το 1982 κυκλοφ��ρησε τον πρώτο του μεγάλο δίσκο, με τίτλο «Ξαναπές το».

Περίπου ένα χρόνο αργότερα άνοιξε ένα μαγαζάκι στα Εξάρχεια, στην οδό Καλλιδρομίου. Εκεί έγραφε, συνέθετε τα τραγούδια του, πουλούσε βιβλία, παιχνίδια για παιδιά…

Το 1987 οδηγήθηκε σε ψυχοθεραπευτική κλινική και λίγο αργότερα στις φυλακές Κορυδαλλού, με την κατηγορία του βιασμού.

Αποφυλακίστηκε με χρηματική εγγύηση, αλλά δεν κατάφερε ποτέ να ξεπεράσει την περιπέτειά του.