​Ένα βιβλίο που γράφτηκε το 2009 και φαντάζει περίπου προφητικό σήμερα: ο Αντώνης Παπαθεοδούλου βάζει τα Χριστούγεννα στη χρονομηχανή και μας τα προσφέρει πιάτο, με φόντο τη σύγχρονη Αθήνα.
Τι θα γινόταν αν ο Χριστός γεννιόταν στις μέρες μας, στην πόλη μας; ρωτάει ένας πιτσιρίκος τον ολίγο φευγάτο νονό του κι εκείνος στήνει στο πι και φι μια ιστορία…
Η Μαρία κι ο Ιωσήφ πρόσφυγες ή μετανάστες, ανέστιοι και πένητες. Γαϊδουράκι το τρένο που τους φέρνει στο Σταθμό Λαρίσης. Ηρώδης η ανεργία, η ανέχεια, η αδιαφορία, η μοναξιά. Βηθλεέμ το κέντρο της Αθήνας. Οι μάγοι; Ένας μουσικός, μια συνταξιούχος μαία, ένα παιδί. Και φάτνη ένα συνοικιακό διαμέρισμα στο οποίο φέρνει το ζευγάρι ένα μικρό σαραβαλιασμένο αυτοκινητάκι. Όσο για τους βοσκούς, δεν είναι άλλοι απ’ τους ενοίκους μιας συνηθισμένης πολυκατοικίας.
Ενδιαφέρον εύρημα, αφορμή για να αναρωτηθούμε, μέσα από την προβολή της γέννησης του μικρού Χριστού στη σύγχρονη Αθήνα, πόσο κοντά στο αληθινό πνεύμα της γιορτής είμαστε όλοι μας.
Η πόλη στολισμένη, σαματάς, πανηγύρι, ρεβεγιόν, καταναλωτισμός, φώτα, χρώματα, ανοιχτά μαγαζιά, δημοσιογράφοι… (Υπογραμμίζοντας το φαιδρό του πράγματος, ο αφηγητής ρωτάει αίφνης το νονό του: «Αφού ο Χριστός δεν έχει γεννηθεί ακόμη, πώς υπάρχουν Χριστούγεννα;», για να λάβει την αφοπλιστική απάντηση: «Οι περισσότεροι δε θυμούνται τι ακριβώς είναι τα Χριστούγεννα».) Αυτή είναι η φωτεινή, ανάλαφρη πλευρά.
Κι από την άλλη η σκοτεινή: άνθρωποι άστεγοι, άνεργοι, εγκαταλειμμένοι απ’ όλους κι απ’ όλα, να περιφέρονται στους κατάμεστους κι ωστόσο αφιλόξενους γι’ αυτούς δρόμους. Η χείρα βοηθείας, όταν έρχεται, φαντάζει ανέλπιστη, ίσως γιατί εκείνοι που την τείνουν δεν είναι τίποτα θεσμικοί παράγοντες ή κρατικές υπηρεσίες, αλλά απλοί, φαινομενικά αδύναμοι κι ασήμαντοι άνθρωποι. Και το ευτυχές τέλος φέρνει μαζί με τα γεννητούρια την ελπίδα που ανατέλλει μέσα απ’ την ανθρωπιά και τη ζεστασιά της αλληλοβοήθειας και της αλληλεγγύης.
Το βιβλίο του Παπαθεοδούλου πάντως, εκτός απ’ το να ξεγυμνώνει στα μάτια των παιδιών την εφιαλτική τρέχουσα πραγματικότητα, μπορεί να ιδωθεί, κατά τη γνώμη μου, και σε μια αντίστροφη πορεία, που φωτίζει μέσα απ’ το αποκαλυπτικό πρί��μα του σήμερα το μακρινό χτες.
Ακούμε τόσα χρόνια για γαϊδουράκια, φάτνες, βοσκούς, μάγους και λοιπά όμορφα και χαριτωμένα, κι αναρωτιέμαι πόσοι από μας έχουμε αντιληφθεί την απελπισία και τη μοναξιά εκείνων των δυο κυνηγημένων ανθρώπων, της Μαρίας και του Ιωσήφ και πόσο ζόρικο είναι να γεννιέται ένα μωρό σ’ έναν κρύο στάβλο.
Όσο για τους τρεις μάγους, αλήθεια, πόσο διαφέρουν τα ανοιχτόμυαλα, καινοτόμα, ανήσυχα πνεύματα εκείνης της εποχής, που, αναζητώντας το καινούριο, παράτησαν τα σπίτια και τις πατρίδες τους κι ακολούθησαν το άστρο που τους έφερε στη φάτνη του Χριστού, από τους τρεις "μάγους" του βιβλίου μας, που εγκαταλείπουν χωρίς δεύτερη σκέψη τη βολή τους για να προσφέρουν το μεγαλύτερο δώρο τους στο μωρό που γεννιέται: τη μαία, αυτή που φέρνει στο φως κάθε καινούρια ζωή τον μουσικό, που ζωντανεύει εικόνες και συναισθήματα μέσα από λέξεις και μουσικές και το παιδί, την ίδια τη χαρά της ζωής;
Πινελιές χιούμορ, ζουμάρισμα στη λεπτομέρεια και στοιχεία κολάζ από την Ντανιέλα Σταματιάδη υπογραμμίζουν το φανταστικό και ενίοτε υπερβολικό της ιστορίας του νονού χωρίς διάθεση να δοθούν περαιτέρω δραματικές διαστάσεις ούτε να καταπλακωθεί το βιβλίο από ένα έντονα συμβολικό-αλληγορικό πνεύμα.
Άλλωστε το Η γιαγιά, το παιδί κι ο κιθαρίστας Φουμ, φουμ, φουμ! δεν επιδιώκει να είναι άλλο από την απλή ιστορία ενός νονού, τη χαλαρή εφαρμογή μιας υπόθεσης εργασίας που δεν αμφισβητεί ούτε στιγμή το φανταστικό της χαρακτήρα, αφήνοντάς σε ωστόσο να αντιληφθείς μέσα απ’ το παιχνίδι της πόσο πανομοιότυπες μπορεί να είναι δυο εκδοχές του ίδιου γεγονότος σε διαφορετικό τόπο και χρόνο. Γιατί, όσο και να αλλάζουν τα ρούχα, τα μέσα, οι γλώσσες και οι συνήθειες, φαίνεται πως όλα τα άλλα δε διαφέρουν και πολύ. Όπως η ανθρωπιά που αντιπαλεύει την αδιαφορία. Η χαρά της ζωής που βάζει κάτω τον πόνο. Και η ελπίδα που κομίζει με τον ερχομό του κάθε νεογέννητο μωρό. Με την προϋπόθεση ότι κι εμείς θα της επιτρέψουμε να ανθίσει.