​Στις 20 Σεπτεμβρίου συμπληρώθηκαν 41 χρόνια από το θάνατο του σπουδαίου Έλληνα ποιητή Γιώργου Σεφέρη. Η κηδεία του έγινε στις 22 Σεπτεμβρίου 1971 και μετατράπηκε σε λαϊκό προσκύνημα και σε διαδήλωση εναντίον της Χούντας.
Το πραγματικό του όνομα ήταν Γιώργος Σεφεριάδης και ήταν γεννημένος στη Σμύρνη στις 29 Φεβρουαρίου - 13 Μαρτίου του 1900. Το 1914 άρχισε να γράφει τους πρώτους στίχους του, με το ξ��σπασμα του Μεγάλου Πολέμου. Στις 14 Ιουλίου 1917, μεταβαίνει με τη μητέρα του, τους δύο αδελφούς του και την αδελφή του στο Παρίσι, όπου ο πατέρας τους Στέλιος εργαζόταν ως δικηγόρος, έχοντας μόλις αποφοιτήσει από το Πρότυπο Κλασσικό Γυμνάσ��ο Αθηνών.
Ακολουθεί σπουδές λογοτεχνίας και αποκτά το πτυχίο της Νομικής και στην πορεία πηγαίνει στο Λονδίνο για την τελειοποίηση των αγγλικών του εν όψει των εξετάσεων στο Υπoυργείο Εξωτερικών.
Τον Μάιο του 1932 δημοσιεύεται το πρώτο έργο του Μια νύχτα στην ακρογιαλιά και τον Οκτώβριο η Στέρνα, αφιερωμένη στον Γιώργο Αποστολίδη. Το 1933 ο πατέρας του, Στέλιος, εκλέγεται Πρύτανης του Πανεπιστημίου Αθηνών και εγγράφεται ως μέλος της Ακαδημίας Αθηνών. Το 1934 ο Γ. Σεφέρης επιστρέφει στην Αθήνα και τον Ιανουάριο του 1935 αρχίζει η συνεργασία του με τις εκδόσεις Νέα Γράμματα, αναδημοσιεύοντας τη Στέρνα. Το
Το 1941 ο Γιώργος Σεφέρης νυμφεύεται τη Μαρία Ζάννου και στις 22 Απριλίου το ζεύγος ακολουθεί την ελληνική κυβέρνηση, που μέσω Κρήτης στις 16 Μαΐου καταφθάνει στην Αίγυπτο και παραμένει στην Αλεξάνδρεια. Τον Αύγουστο ο Γιώργος Σεφέρης συνοδεύει την Πριγκίπισσα Διαδόχου Φρειδερίκη και τα δύο της παιδιά, Σοφία και Κωνσταντίνο, στο Γιοχάνεσμπουργκ και από εκεί στην Πραιτόρια υπηρετώντας στην εκεί Ελληνική Πρεσβεία μέχρι το 1942. Λόγω της διπλωματικής ιδιότητάς του, η ζωή του Γιώργου Σεφέρη χαρακτηριζόταν από συνεχείς μετακινήσεις. Έτσι, ως ακόλουθος κι αργότερα ως πρέσβης, υπηρέτησε σε πολλές ελληνικές πρεσβείες του εξωτερικού, γεγονός το οποίο καθόρισε σημαντικά το έργο του.

Αν και η παιδεία και εκπαίδευσή του του ήταν περισσότερο ευρωπαϊκή παρά ελληνική, εκείνος όχι μόνο δεν απαρνήθηκε την ελληνική λογοτεχνία, αλλά την καλλιέργησε σε βάθος με σκοπό να την ανανεώσει. Η ποίησή του επηρεάστηκε από τον Έλιοτ (T.S Elliot), τον Κλωντέλ, το Βαλερί και τον Πάουντ (Ezra Pound). Το γεγονός όμως που χάραξε ανεξίτηλα τη σφραγίδα του στη συνείδηση του ποιητή ήταν η εθνική καταστροφή του 1922 κι ο ξεριζωμός του μικρασιατικού ελληνισμού.
Το 1963 η φήμη του Σεφέρη ξεφεύγει από τα εθνικά όρια και εξαπλώνεται σε ολόκληρο τον κόσμο. Καρπός της η βράβευσή του με το Βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας από τη Σουηδική Ακαδημία Επιστημών. Είναι ο πρώτος Έλληνας που τιμήθηκε με το παγκοσμίως ανώτερο βραβείο πνευματικής προσφοράς. Έως σήμερα ακολούθησε μόνο ο Οδυσσέας Ελύτης, το 1979.
Στις 28 Μαρτίου 1969 ο Σεφέρης μίλησε για πρώτη φορά δημόσια εναντίον της Χούντας και γι' αυτό το λόγο του αφαιρέθηκε ο τίτλος του πρέσβη επί τιμή, καθώς και το δικαίωμα χρήσης διπλωματικού διαβατηρίου.
Τέσσερα χρόνια αργότερα, στις 20 Σεπτεμβρίου του 1971, ο Γιώργος Σεφέρης πέθανε και η κηδεία του εξελίχθηκε σε σιωπηρή πορεία κατά της δικτατορίας. Μετά τον θάνατό του εκδόθηκε το προσωπικό του ημερολόγιο με τίτλο «Μέρες…» καθώς και το «Πολιτικό» του ημερολόγιο.

Ο φίλος του Γ. Π. Σαββίδης σε κείμενό του το 1993 με τον εύγλωττο τίτλο: “Μουγκαμάρα και φθόνος” είχε περιγράψει χαρακτηριστικά, πως η επιστροφή του Γιώργου Σεφέρη από την Στοκχόλμη αναμενόταν θριαμβευτική μετά τη βράβευση του με το Νόμπελ , όμως στο αεροδρόμιο τους υποδέχτηκαν δύο (2) γυναίκες, “η μάννα μου και η Ιωάννα Τσάτσου (- Σεφεριάδη, η αδελφή του Ποιητή). Κανείς άλλος”.