Στον κλάδο των «Υπηρεσιών Διαμεταφοράς» δραστηριοποιείται μεγάλος αριθμός επιχειρήσεων, οι οποίες είτε είναι (δια)μεταφορικές που παρέχουν παράλληλα και υπηρεσίες logistics, είτε αμιγείς επιχειρήσεις παροχής (δια)μεταφορικών υπηρεσιών.

Οι μεταφορές σε συνδυασμό με τις υπηρεσίες logistics αποτελούν για τη χώρα (λόγω και γεωγραφικής θέσης) μια πολύ σημαντική οικονομική δραστηριότητα.

Η ζήτηση για υπηρεσίες διαμεταφοράς είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με τη ζήτηση για εμπορευματικές μεταφορές. Πέραν της εξέλιξης της βιομηχανικής και εμπορικής δραστηριότητας, άλλοι παράγοντες που επιδρούν στη ζήτηση για εμπορευματικές μεταφορές είναι το μέγεθος και η εξέλιξη των εισαγωγών και εξαγωγών εμπορευμάτων, το κόστος των ναύλων και καυσίμων καθώς και των διαδικασιών εκτελωνισμού.

Επίσης, οι υποδομές των μεταφορών της χώρας παίζουν καθοριστικό ρόλο στο επίπεδο των παρεχόμενων υπηρεσιών.

Αξιοσημείωτο είναι ότι η Ελλάδα κατέχει διαχρονικά την πρώτη θέση παγκοσμίως στο συνολικό αριθμό εμπορικών πλοίων βάσει χωρητικότητας (και τη 2η θέση βάσει συνολικού αριθμού). Το λιμάνι του Πειραιά κατατάσσεται στην 7 θέση ανάμεσα στα μεγαλύτερα ευρωπαϊκά λιμάνια μεταφοράς εμπορευματοκιβωτίων.

Ειδικότερα, το 2016 ο αριθμός των διακινούμενων εμπορευματοκιβωτίων ανήλθε σε 3,47 εκατ. containers, αυξημένος κατά 14,5% σε σχέση με το 2015 (Προβλήτες ΙΙ & ΙΙΙ). Ωστόσο στην Προβλήτα Ι που διαχειρίζεται ο ΟΛΠ το συνολικό υπό διαμετακόμιση εμπορευματικό έργο μειώθηκε το 2016 σε 203.658 TEU’s από 255.581 το 2015.

Η συνολική εγχώρια αγορά υπηρεσιών διαμεταφοράς σε αξία παρουσίασε διαχρονική άνοδο καθ΄ όλη την περίοδο 2001-2008 με μέσο ετήσιο ρυθμό αύξησης 7,9%. Ωστόσο από το 2009 κι έπειτα, η αγορά κατέγραψε έντονα πτωτική πορεία, τάση η οποία ανακόπηκε το 2014.

Σύμφωνα με εκτιμήσεις η συνολική αξία της αγοράς των υπηρεσιών διαμεταφοράς παρουσίασε το 2016 άνοδο 5,8% σε σχέση με το 2015. Περαιτέρω αύξηση εκτιμάται για το 2017 (+4,3%). Η αγορά των υπηρεσιών διαμεταφοράς είναι κατακερματισμένη ανάμεσα σε μεγάλο αριθμό επιχειρήσεων. Οι 10 πρώτες εταιρείες του κλάδου εκτιμάται ότι κατέλαβαν από κοινού το 37% περίπου επί της συνολικής αγοράς.

 

Tags: