​Κέρδισε το χρυσό και το χάλκινο μετάλλιο στους Ολυμπιακούς Αγώνες του Ρίο με στερήσεις, αγώνα, πείσμα και πολλά εμπόδια. Τα κατάφερε χάρη στην επιμονή του πατέρα της και τη στήριξη της οικογένειάς της, όμως τώρα που τα φώτα της δημοσιότητας είναι επιτέλους στραμμένα πάνω της, η Άννα Κορακάκη είναι αποφασισμένη να μιλήσει για όλα όσα την πίκραναν και την κρατούσαν μακριά από το όνειρό της.

Μετά το πρόβλημα που αντιμετώπισε με το πόδι της στον στίβο, ο πατέρας της, αθλητής της σκοποβολής και ο ίδιος την προέτρεψε να ασχοληθεί με το άθλημα.

Ήταν μόλις 12,5 ετών και ο κύριος Τάσος είχε ήδη διακρίνει το ταλέντο της κόρης του. «Η Αννούλα έχει καλό χέρι», είπε το βράδυ στη γυναίκα του.

Οι επιτυχίες ήρθαν γρήγορα. Το νταμάρι και ο χώρος κάτω από τις παλιές κερκίδες του γηπέδου της Δόξας έγιναν το δεύτερο σπίτι της. Οι συνθήκες των προπονήσεων ήταν άθλιες. Το καλοκαίρι, «άναβαν» τα τσιμέντα, και το χειμώνα προσπαθούσε να ζεστάνει τα χέρια της πάνω σε μια ξυλόσομπα, που υπήρχε στο υποτυπώδες προπονητήριο.

Τα χέρια της έφταναν να ματώνουν από το κρύο, αλλά εκείνη δεν το έβαζε κάτω. Έπαιρνε το πιστόλι, συγκεντρωνόταν στον στόχο και έριχνε βολές.

«Από την αρχή υπήρχαν μόνο... αντιξοότητες. Στην ομοσπονδία δεν ήθελαν τον πατέρα μου και προσπαθούσαν να απομακρύνουν την Άννα από τον χώρο. Ήθελαν να τη σταματήσουν. Σπάνια της έλεγαν συγχαρητήρια για κάποια επιτυχία. Ο μπαμπάς, όμως, ήταν δίπλα της και τη θωράκιζε. Έλεγαν ότι επειδή ο πατέρας μας δεν έχει δίπλωμα προπονητή, δεν μπορούσε να πάει μαζί της ��ε αγώνες. Μάθαμε, όμως, ότι δεν ίσχυε κάτι τέτοιο», λέει στην Καθημερινή ο 19χρονος αδελφός της και επίσης πρωταθλητής της σκοποβολής, Διονύσης.

Η Άννα έγινε μέλος της εθνικής ομάδας στα 14 χρόνια της και ξεκίνησε η συλλογή μεταλλίων στα διεθνή μίτινγκ.

«Τα προβλήματα, πάντως, δεν μειώθηκαν. Μέχρι να πάρω την πρόκριση για τους Ολυμπιακούς Νέων (2014) και να μας δώσει ρούχα η Ελληνική Ολυμπιακή Επιτροπή, αγόραζα μπλούζες και τύπωνα την ελληνική σημαία, ώστε να φοράω τα χρώματα της χώρας μου στον αγώνα», λέει με παράπονο η χρυσή πλέον Ολυμπιονίκης μας.

Και έρχεται ο καιρός για την προετοιμασία για τους Ολυμπιακούς του Ρίο.

«Πολλές φορές έσπαγε το παγκόσμιο ρεκόρ. Ήταν σε άριστη κατάσταση και στα δύο όπλα», λέει ο πατέρας της και η ίδια λέει για τους τελικούς που διέπρεψε:

«Ήταν σαν να πηγαίνω σε αγώνα Α΄ κατηγορίας στην Ελλάδα. Δεν είχα άγχος».

Στον τελικό, απέναντι στη Γερμανίδα Μόνικα Καρς, η Άννα άρχισε ιδανικά. Συγκέντρωσε έξι πόντους και ήθελε έναν για το χρυσό μετάλλιο. Κάπου εκεί άρχισε να συνειδητοποιεί το μέγεθος του άθλου της. Η Γερμανίδα την πλησίασε και την έφτασε. Για πρώτη φορά το άγχος φάνηκε στο όμορφο πρόσωπό της.

Θυμήθηκε το κρύο και τη ζέστη στο νταμάρι, τα ποντίκια που έκαναν παρέλαση στην παράγκα, τα ματωμένα χέρια της, τους ανθρώπους της ομοσπονδίας που της στερούσαν ακόμα και το αυτονόητο, τις σφαίρες της. Έτσι στόχευσε και πέτυχε το χρυσό.

Όμως το όνειρο αυτό παραλίγο να μην το εκπληρώσει, λόγω ενός ατυχήματος που είχε με μηχανάκι ελάχιστες μέρες πριν φύγει για το Ρίο.

«Ήταν 16 Ιουλίου και είχαμε πάει για προπόνηση. Η Άννα μού ζήτησε να οδηγήσει το μηχανάκι και της είπα να μην το κάνει γιατί σε μία εβδομάδα φεύγαμε. Είναι όμως ατίθαση. Μέχρι να μαζέψω τα πράγματα, και πριν προλάβω να τη σταματήσω, ανέβηκε επάνω. Άνοιξε απότομα το γκάζι και η μηχανή την πήρε από κάτω. Πάγωσα. Μου φώναζε να σηκώσω τη μηχανή κι εγώ έβλεπα τα αίματα να κυλάνε από τα πόδια της. Δεν μπορούσα να κουνηθώ. Όταν τη βοήθησα να σηκωθεί, πόναγε παντού. Το αριστερό χέρι δεν κινείτο. Μόνο το δεξί, αυτό που ρίχνει, δεν είχε πάθει ούτε γρατζουνιά. Πήγαμε στο νοσοκομείο και, ευτυχώς, δεν είχε σπάσει τίποτα. Ακόμη όλο το σώμα της είναι γεμάτο μώλωπες», αποκάλυψε ο πατέρας της Άννας.