​Ένας κολυμβητής υψηλών ταχυτήτων που οι ατυχίες και οι δυσκολίες τον κάνουν ακόμη πιο ικανό και δυνατό… έκανε ξανά την Ελλάδα περήφανη πριν από μερικές μέρες.

Ο λόγος για τον 33χρονο Ολυμπιονίκη Σπύρο Γιαννιώτη, που από παιδί έμαθε να μάχεται αποδεικνύοντας ότι τα ελαττώματα… μπορούν να γίνουν προτερήματα.

gianiwtis1.jpg
Στέφθηκε παγκόσμιος πρωταθλητής σε ένα από τα πιο σκληρά αγωνίσματα, αυτό της κολύμβησης ανοιχτής θάλασσας, για δεύτερη συνεχόμενη φορά, ενώ αναδεικνύεται παγκοσμίως ως ένας από τους μεγαλύτερους Έλληνες αθλητές.

«Αμέσως μετά από κάθε αγώνα δεν μπορείς να σηκώσεις τα χέρια πάνω από τους ώμους σου, τόσο έντονοι είναι οι πόνοι της κόπωσης. Και συμβαίνει κάτι παράξενο», λέει και συνεχίζει: «Δύο ώρες μετά τον τερματισμό αρχίζεις να μπαίνεις σε λήθαργο, το σώμα σου λειτουργεί σαν να έχεις μείνει άυπνος επί 2-3 ημέρες. Όμως, παρά την εξάντληση δεν μπορείς να κοιμηθείς λόγω της υπερέντασης. Χρειάζονται τουλάχιστον τρεις ημέρες αποκατάστασης».

gianiwtis5.jpg
Σχετικά με την κούρσα της Βαρκελώνης, ο Σπύρος Γιαννιώτης περιγράφει χαρακτηριστικά: «Ήταν σίγουρα τα δυσκολότερα μέτρα της ζωής μου. Δεν έχω ξανανιώσει ποτέ άλλοτε τέτοια πίεση. Ειδικά στο τελευταίο κατοστάρι είχα την αίσθηση ότι δεν μπορώ να πάρω ανάσα. Οι χτύποι της καρδιάς μου ήταν τόσο έντονοι και τόσο γρήγοροι που νόμιζα ότι ακούω ένα βουητό μέσα στο κεφάλι μου. Αλλά δεν θέλησα να κοιτάξω πίσω μου. Ήξερα πως ήμουν πρώτος, αλλά με είχαν εγκαταλείψει οι δυνάμεις μου. Τότε σκέφτηκα ότι δεν πρέπει να αφήσω την ευκαιρία να πάει χαμένη. Το μυαλό μου πήγε στην Ελλάδα, στους δικούς μου, σε όλους εκείνους που χρόνι�� τώρα πιστεύουν σε μένα. Έσφιξα τα δόντια και τερμάτισα πρώτος».

Μπορεί στους Ολυμπιακούς Αγώνες του Λονδίνου να μην κατάφερε να ανέβει το βάθρο των νικητών αλλά όπως λέει: «Η αποτυχία του Λονδίνου με στεναχώρησε, αλλά δεν το έβαλα κάτω».
Πώς ήταν όμως σαν παιδί ο παγκόσμιος πρωταθλητής κολύμβησης; «Στράφηκα στη θάλασσα επειδή μου έδινε την αίσθηση της απελευθέρωσης. Τα μαθητικά μου χρόνια ήταν δύσκολα και τυραννικά. Μου έχουν αποτυπωθεί ως εφιάλτης, καθώς διάβαζα με τις ώρες αλλά ήταν αδύνατον να αποδώσω. Αποτέλεσμα δεν υπήρχε και οι δάσκαλοι ήταν πολύ αυστηροί μαζί μου, έως ότου στην προτελευταία τάξη βρέθηκε κάποιος καθηγητής που είπε: “Μην κρίνετε αυστηρά το παιδί. Δεν το βλέπετε; Eίναι δυσλεκτικό” Δεν είχε όμως νόημα πια. Το σχολείο είχε βγει πλέον από τα ενδιαφέροντά μου, καθώς εγώ είχα βρει ήδη διέξοδο στον χώρο του αθλητισμού» αποκαλύπτει ο ίδιος.
Η μητέρα του Μπρέντα και η σύζυγος τους Ισμήνη, είναι οι δύο γυναίκες που στέκονται πάντα στο πλευρό του. «Η μητέρα μου Μπρέντα Σουίνι υπήρξε πρωταθλήτρια κολύμβησης. Είναι Αγγλίδα και κάποτε αποφάσισε να έρθει για διακοπές στην Κέρκυρα. Εκεί ερωτεύτηκε τον πατέρα μου, σε δύο χρόνια παντρεύτηκαν και σε άλλα τρία γεννήθηκα εγώ στο Λίβερπουλ. Η μαμά μου έγινε υπερπροστατευτική όπως όλες οι Ελληνίδες μάνες και τα Χριστούγεννα μας έστελνε στη Μεγάλη Βρετανία για διακοπές. Η χαρά του παππού μου ήταν να με πηγαίνει μαζί με τα τρία αδέλφια μου στο γήπεδο, για να θαυμάσω την αγαπημένη του ομάδα, τη Λίβερπουλ. Στην Κέρκυρα είχα τέτοια λατρεία για τη θάλασσα ώστε έπρεπε να δύσει ο ήλιος για να βγω στη στεριά. Μια ζωή θυμάμαι τον εαυτό μου με βρεγμένο μαγιό, μέσα στα αλάτια, και τη μάνα μου να φωνάζει στην ακροθαλασσιά ένα μακρόσυρτο “Σπύροοοο”».
Η σύζυγος του όμως, Ισμήνη είναι το στήριγμα του, όπως λέει: «Η Ισμήνη είναι το καταφύγιό μου, ο άνθρωπος που έχει τον τρόπο να με χειρίζεται αλλά και να με ηρεμεί. Δεν είναι εύκολο να συμβιώνεις με κάποιον όπως εγώ, ο οποίος δίνει καθημερινά αγώνα για να ξεπεράσει τον εαυτό του και που λόγω των πιέσεων η ψυχική του διάθεση είναι εξαιρετικά ευάλωτη. Η Ισμήνη, παρόλο που διαθέτει πτυχίο Κοινωνιολογίας, έχει παραμερίσει τις προτεραιότητές της αφήνοντας χώρο σ’ εμένα και τις υποχρεώσεις μου. Φτιάχνει το πρόγραμμά της με βάση το δικό μου, γι’ αυτό και της χρωστώ πολλά. Κακά τα ψέματα: δεν μπορείς να είσαι αθλητής υψηλών ταχυτήτων αν δεν διαθέτεις δίπλα σου έναν άνθρωπο-στήριγμα».
gianiwtis.jpg
Τέλος, ο κολυμβητής σημειώνει: «ο αθλητισμός ήταν το δυνατό μου σημείο και επένδυσα σε αυτό. Έκτοτε μου έγινε μάθημα ζωής το “μάθε να εξαφανίζεις τις αδυναμίες σου αξιοποιώντας τα πλεονεκτήματά σου”. Κι αυτό πιστεύω γενικώς για την Ελλάδα. Με τη θέληση, κάθε εμπόδιο μπορεί να μετατραπεί σε κάτι θετικό. Παρά τις όποιες δυσκολίες, πάντα υπάρχει ένα φως στην άκρη του τούνελ».