Ακούστηκε σήμερα από τον υφυπουργό Εξωτερικών κ. Αμανατίδη, έναν σοβαρό άνθρωπο που «μετράει» τα λόγια του, ότι 140 χώρες της υφηλίου έχουν αναγνωρίσει τα Σκόπια ως Μακεδονία.

Πιθανόν να το είπε απλά ως διαπίστωση, αν και ουκ ολίγοι – κυβερνητικοί και μη – έχουν προχωρήσει στην επίκληση ενός ανάλογου αριθμού, πιθανώς για να μεταφέρουν εκ του πλαγίου την εικόνα ενός τετελεσμένου, που de facto αθροίζεται στην αντίπερα όχθη σε αυτή τη διελκυστίνδα για την ονομασία.

Ενδέχεται, βέβαια, να μην είναι απόλυτα ακριβής ο αριθμός διότι υπάρχει και μια μικρή  - πλην ουσιώδης - υποσημείωση: άλλο να αναγνωρίσεις μια χώρα με τη συνταγματική της ονομασία και άλλο να συνάψεις διπλωματικές σχέσεις μαζί της. Σε κάθε περίπτωση σίγουρα οι εν λόγω χώρες είναι γύρω στις 100 (μπορεί και λίγο περισσότερες), ανάμεσά τους και «δυνατοί» παγκόσμιοι παίκτες.

Ωστόσο, έχει αυτό πραγματικά σημασία για τη μάχη που δίνει η Ελλάδα για την ιστορική αλήθεια και την πολιτιστική της κληρονομιά; Άραγε, το δίκαιο και το άδικο μετρώνται ανάλογα με το πλήθος των υποστηρικτών τους; Η εθνική υπόσταση; Το εθνικό χρέος; Όσοι και να τους αναγνωρίσουν, δεν έχει καμία αξία αν δεν το κάνει ο ιδιοκτήτης αυτής της μοναδικής περιουσίας, η Ελλάδα. Και, εξάλλου, ας μη στρουθοκαμηλίζουμε: στην πλειονότητα τους,  οι χώρες που αναγνώρισαν τα Σκόπια ως Μακεδονία, δίνοντας τους έτσι πάτημα για να πάνε στο επόμενο βήμα της κλοπής μετά το όνομα (στην ιστορία, ίσως – μελλοντικά - και στο έδαφος), απλά αντιμετώπισαν το θέμα ανάλαφρα και επιδερμικά. Γιατί εμείς το επιτρέψαμε, φυσικά. Εκεί η ελληνική διπλωματία ηττήθηκε κατά κράτος και φέρουν μεγάλη ευθύνη όλες οι προηγούμενες κυβερνήσεις.

Βρισκόμουν στην Ουαλία το 2008 και είχα την τύχη, λόγω της φύσεως του επαγγέλματος, να βρεθώ πολλές φορές σε συζητήσεις μορφωμένων ανθρώπων, μεταξύ των οποίων και ακαδημαϊκοί. Κάποιες φορές, μάλιστα, δεν μπορούσα να τις παρακολουθήσω απόλυτα - ψέματα δεν θα πω.  Το θέμα της ονομασίας είχε τότε διεθνές ενδιαφέρον λόγω της Συνόδου του Βουκουρεστίου. Μου φάνηκε πολύ περίεργο σε κάποια συζήτηση που μου είχε επισημανθεί πως «είναι παράλογο να θέλατε εσείς να ορίσετε πως θα ονομαστεί η Μακεδονία». Ακόμη πιο περίεργο μου είχε φανεί που δεν γνώριζε κανείς όσα επεσήμανα: ότι τα Σκόπια δεν ήθελαν ένα όνομα αλλά μια ψεύτικη εθνική συνείδηση, την οποία μάλιστα θα έκλεβαν από την Ελλάδα μαζί με την ιστορία της. Ούτε το ότι στα Σκόπια μεγάλωναν τις νέες γενιές με ιδέες περί σκλαβωμένων εδαφών που τα κατέχει η Ελλάδα.

Εκείνη την ημέρα μου δημιουργήθηκε μια πεποίθηση και μία απορία: κατάλαβα πως για τους «έξω» το ζήτημα συχνά εξαντλείται επιδερμικά, στην κυριολεκτική σημασία των λέξεων «name dispute», και απόρησα για τον αγώνα που δεν έδωσε ποτέ η Ελλάδα για να αποδείξει αυτό που είναι προφανές για εμάς αλλά ίσως όχι για τον διεθνή περίγυρο (που ενίοτε μπορεί και να πέφτει θύμα της συστηματικής προπαγάνδας των Σκοπιανών), χάνοντας έτσι αδίκως συμμάχους. Το έκανε η κυβέρνηση Καραμανλή το 2008 στο Βουκουρέστι

Το κεφάλαιο «Μακεδονία» είναι πολύ μεγάλο για την Ελλάδα. Και δεν μπορούμε να αφαιρέσουμε ούτε μία σελίδα του, προς χάριν κανενός. Δεν έχει κανείς τέτοια δικαιοδοσία. Θα στείλουμε, εξάλλου, και λάθος μήνυμα σε κάθε επίδοξο μελλοντικό «παραχαράκτη» ιστορίας, συνθηκών και πολιτισμών. Αν δεν μπορούμε να αναδείξουμε τη μοναδική ιστορία μας, τουλάχιστον ας την παραδώσουμε ακέραιη στα παιδιά μας. Αφού μπήκε το φρένο το 2008, ήρθε η ώρα ως χώρα να δούμε πως θα αντιστρέψουμε την κατάσταση. Να ξεκαθαρίσουμε διεθνώς πως η συζήτηση για την ονομασία πρέπει να προχωρήσει, και μάλιστα εντατικά, αφού όμως πρώτα εξαφανιστεί ΕΜΠΡΑΚΤΑ και ΔΙΑ ΠΑΝΤΟΣ κάθε «μακεδονική» προπαγάνδα και μυθοπλασία εντός και εκτός των Σκοπίων.

Προσωπικά, είμαι κάθετα αντίθετος στην εκχώρηση της ονομασίας της Μακεδονίας, εκτός κι αν ο επιθετικός προσδιορισμός είναι το «δήθεν». Ωστόσο, ακούω και σέβομαι τις απόψεις όλων. Ακόμη και αυτών που δεν ανησυχούν ούτε από μια «Νέα Μακεδονία» (συχνά κάνοντας μεγάλο φάουλ με την επίκληση πχ. της «Νέα Σμύρνης» ή της «Νέας Ιωνίας» και τη σύγκριση με ελληνικούς πολιτισμούς που ξεριζώθηκαν βίαια και μετεγκαταστάθηκαν στη μητέρα-πατρίδα) ούτε από τα «γραφικά» - όπως τα χαρακτηρίζουν, αγνοώντας τον υπαρκτό κίνδυνο – κείμενα στα σχολικά βιβλία των Σκοπιανών. Επισημαίνω, ωστόσο, τον σοβαρό μελλοντικό κίνδυνο, αν αντιμετωπίσουμε τελικά το θέμα και εμείς επιδερμικά. Δεν μπορούμε καν να γνωρίζουμε τι συσχετισμοί θα προκύψουν στο μέλλον εις βάρος των εθνικών θεμάτων από μία «ακίνδυνη» - όπως ίσως τώρα πιστεύουν πολλοί- υποχώρηση. Είναι άραγε δικαιολογία για εκχωρήσεις το γεγονός ότι εκκρεμεί για 25 χρόνια το ζήτημα και ίσως περάσουν άλλα τόσα; Για την ψυχή μας, μιλάμε! 

Εν πάσει περιπτώσει, όσοι βλέπουν παντού και τυφλά εθνικισμούς και δεν ενοχλούνται από το να έχουν γείτονες «ανωμακεδόνες», «βορειομακεδόνες» ή και σκέτο «μακεδόνες», ας επισκεφτούν τουλάχιστον πρώτα τον μεγαλειώδη τάφο του Φιλίππου στη Βεργίνα μήπως αντιληφθούν τι εστί Μακεδονία. Και γιατί έχουμε πατριωτικό καθήκον απέναντί της. Και στη συνέχεια ας το «ξαναζυγίσουν» μέσα τους το θέμα.

Ο γράφων, πάντως, ούτε στην τρίτη του συνολικά επίσκεψη στους βασιλικούς τάφους, φέτος το καλοκαίρι, κατάφερε βγαίνοντας να συγκρατήσει τα δάκρυά του. Για τη Μακεδονία. Τη μία, τη μοναδική, την ελληνική.

 

Tags: