Η θερινή νύχτα παίζει πάντοτε παιχνίδια στο μυαλό. Θες η ραστώνη; Θες η αλλαγή διάθεσης, παρά τα προβλήματα που πάντοτε υπήρχαν και υπάρχουν; Θες η επαφή με την ύπαιθρο και το φυσικό περιβάλλον; Θες το θρόισμα των φύλλων από το μελτέμι;  Ο Σαίξπηρ ήταν ένας από αυτούς που κατέγραψε το «παιχνίδισμα» του νου, σε μια θερινή νύχτα στην Αθήνα, μαζί με τα ξωτικά και κάτω από φεγγάρι. Τυχαίο; Μάλλον όχι.  Η Ελλάδα ήταν και είναι, σαν τόπος μύθων και θρύλων,  χώρος έμπνευσης  για τους συγγραφείς, αλλά και που  να’ ξερε τότε ο μεγάλος Άγγλος θεατρικός συγγραφέας, σε πόσα «έργα» θα πρωταγωνιστούσε,  η ακόμα σκλαβωμένη τότε στους Οθωμανούς χώρα.

Σε ένα από αυτά τα «παιχνίδια» του μυαλού, μια ζεστή νύχτα του Ιουλίου, βρέθηκα σε μια χώρα  που την λέγανε κι αυτή Ελλάδα  και που οι πολίτες της δεν αναζητούσαν  φαγητό στα σκουπίδια. Οι οργανωμένες κοινωνικές υπηρεσίες του Κράτους φρόντιζαν εγκαίρως κανείς πολίτης να μην στερείται τροφής και στην ανάγκη οι κοινωνικοί λειτουργοί πήγαιναν τα τρόφιμα στο σπίτι.

Σ’ αυτή την χώρα κανείς δεν έλεγε τον άλλον «προδότη» και κανείς δεν κινδύνευε με λιντσάρισμα στους δρόμους, ούτε υπήρχαν διαδηλωτές με ομοιώματα κρεμάλας έξω από την Βουλή. Κανείς δεν μπορούσε να διανοηθεί να χτυπήσει εκλεγμένο αντιπρόσωπό του σε αυτή και ο ένας σεβόταν την πολιτική ιδεολογία του άλλου, έστω  κι αν δεν την ασπαζόταν. Αλλά και κανείς δεν τολμούσε να υποσχεθεί «σεισάχθεια» και ότι θα σχίσει όλα τα μνημόνια με ένα νόμο και ένα άρθρο την ίδια βραδιά των εκλογών. Όλοι θα συνειδητοποιούσαν ότι δεν υπάρχει χειρότερο πράγμα από το να υποσχεθείς αυτά που δεν μπορείς να  κάνεις σε έναν ταλαιπωρημένο από την πολυετή κρίση λαό.

Σ’ αυτή την χώρα, κανείς δεν θα τα περίμενε όλα όμως από τους πολιτικούς. Ο καθένας θα είχε συνείδηση της προσωπικής του ευθύνης και θα αντιλαμβανόταν ότι από το πώς δρα και πώς πορεύεται ως άτομο ο ίδιος, πολλά πράγματα μπορούν να αλλάξουν, χωρίς να τα περιμένει όλα από τους άλλους ή το Κράτος. Κανείς δεν θα στάθμευε το αυτοκίνητό του όπου τον βόλευε, ακόμα και πάνω στις ράμπες των ατόμων με ειδικές ανάγκες ή στα πεζοδρόμια. Όλοι θα σέβονταν τον δημόσιο χώρο και θα τον περιφρουρούσαν με την δική τους συμπεριφορά.

Στην ίδια χώρα, μπορεί να υπήρχαν όπως παντού στον κόσμο γειτονιές με αυξημένη εγκληματικότητα, αλλά δεν θα  υπήρχε γειτονιά μέσα στο κέντρο της πρωτεύουσάς της που θα ήταν άβατο ακόμα και για τους αστυνομικούς της.  Και όσοι θα διαδήλωναν θα περιφρουρούσαν τις συγκεντρώσεις τους και δεν θα άφηναν κανέναν κουκουλοφόρο να παρεισφρήσει σε αυτές.

Αλλά και το Δημόσιο θα λειτουργούσε με σεβασμό προς τον πολίτη, γνωρίζοντας ότι από αυτόν πληρώνεται ουσιαστικά και από τους φόρους που καταβάλλει. Όμως και ο πολίτης από την πλευρά του θα φερόταν επίσης με σεβασμό, σε αυτόν που  προσπαθεί να τον εξυπηρετήσει. Τα παιδιά στα σχολεία δεν θα χρειαζόταν να κάνουν φροντιστήριο για τα ίδια μαθήματα που διδάσκονταν στο φροντιστήριο γιατί δεν υα υπήρχε κανένας λόγος για κάτι τέτοιο. Όμως και στα νοσοκομεία, κανείς δεν θα χρειαζόταν να φέρνει μαζί του σεντόνια ή και τις γάζες από το σπίτι. 

Κοιμήθηκα  λοιπόν μια ζεστή νύχτα του Ιουλίου και είδα ότι βρίσκομαι σε μια τέτοια  Ελλάδα. Όταν ξύπνησα όμως, διαπίστωσα σαν την κωμωδία του Σαίξπηρ ότι δεν υπήρχαν αυτά που νόμιζα ότι έγιναν. Τα καλά ξωτικά είχαν εξαφανιστεί και ήμουν πλέον αντιμέτωπος με την πραγματικότητα και  όχι με τον όνειρο.

Μπορούμε άραγε, όμως,  να κάνουμε ό,τι μπορούμε για να σταματήσει ο εφιάλτης που ζούμε; Μόνο αν το πιστέψουμε,  αλλιώς θα συνεχίσουμε να βλέπουμε αυτή την Ελλάδα που όλοι θέλουμε αλλά δεν τολμούμε να την αλλάξουμε - πιθανόν γιατί δεν θέλουμε να αλλάξουμε οι ίδιοι -  σαν…  όνειρο θερινής νυκτός.  Το έργο του Σαίξπηρ τουλάχιστον καταλήγει σε happy end, που λένε και οι Άγγλοι. Το δικό μας;                                             

     

     

Tags: