Κλειστά μάτια, βαθιά ανάσα και η πόρτα ανοίγει.

Κάπως έτσι ξεκινά κάθε εξόρμηση στις δημόσιες υπηρεσίες.

Ας διαλέξει ο καθένας μας μια δημόσια υπηρεσία της επιλογής του. Όποια θέλει, με όποια αισθάνεται πιο άνετα (με καμία, το ξέρω, αλλά ας κάνουμε μια προσπάθεια). Τώρα, ας την ονομάσουμε «χ» για να συνεννοούμαστε.

Μπαίνεις, λοιπόν, κύριος πρωί πρωί στην χ. Έχεις ξυπνήσει νωρίς για να αδράξεις τη μέρα, να ξεμπερδεύεις, να πας πρωί πρωί που δεν έχει κόσμο (θα ‘θελες) και μετά να πας στη δουλειά έγκαιρα (επίσης θα ΄θελες).

Όταν η πόρτα ανοίγει και βλέπεις τον κλασσικό γκρι (όχι από στυλιστική άποψη αλλά από βρωμιά) τοίχο, με τα κολλημένα χαρτιά ανακοινώσεων, πολλά από αυτά χειρόγραφα και κάποια –σε χάι καταστάσεις- τυπωμένα από υπολογιστή, σε πιάνει μια μιζέρια. Αλλά τίποτα δεν σε ρίχνει, πας προσηλωμένος στο στόχο σου, ακόμα κι αν αυτός είναι μια μόνο υπογραφή ενός συμπαθέστατου υπαλλήλου.

Αν υπάρχει θυρωρός ρωτάς. Αν δεν υπάρχει, ανεβαίνεις έναν έναν τους ορόφους ψάχνοντας. Μόλις βρεις ακριβώς το γραφείο που θες –το οποίο 99,9% είναι αυτό που θέλουν κι όλοι οι υπόλοιποι Έλληνες πολίτες που μοιράζονται τις ίδιες σκέψεις με εσένα- πας προς το μηχάνημα με τα χαρτάκια. Σχεδόν πάντα, για κάποιο λόγο, έχεις το νούμερο 160. Κι αναρωτιέσαι: είναι 8 το πρωί, πότε πρόλαβαν κι ήρθαν οι υπόλοιποι 159;

Αν είσαι λίγο γλυκούλης, κάποιοι που έχουν πάρει 2 και 3 χαρτάκια (πάντα αναρωτιόμουν γιατί το κάνουν αυτό), μπορεί να σου δώσουν ένα από τα δικά τους και να αναβαθμιστείς με τον αριθμό 120. Μεγάλες στιγμές. Εκεί νιώθεις σαν ο βασιλιάς του κόσμου!

Κρατάς τον φάκελο με τα απαραίτητα δικαιολογητικά σφιχτά στα χέρια σου. Τρέμεις μήπως κάποιο γλιστρήσει κι άντε μετά να το βρεις. Όσο περιμένεις υπομονετικά και στωικά τη σειρά σου, ακούς τις συζητήσεις των γύρω σου: «Σούλα μου τι μαγείρεψες σήμερα; Εγώ αρακά», «Τι κάνει ο σύζυγος;», «Θα με τρελάνει αυτός ο γιος μου», «Πάλι 19 έβγαλε το παιδί μου στον έλεγχο. Το δικό σου; 16; Εεε εντάξει δεν πειράζει». Είναι λες και κάποια κασέτα παίζει στο repeat από τη μεταπολίτευση. Φοβερά πράγματα.

Φυσικά, λίγο αργότερα έρχεται η ώρα του τσαμπουκά, σε βαθμό που δεν αντέχεις να μη σκεφτείς με πόση όρεξη μπορεί να ξυπνά από τα αξημέρωτα κάποιος για να έρθει με τόση χαρά να τσακωθεί με αγνώστους. «Κύριε, εδώ καθόμουν εγώ», «Ναι, αλλά σηκωθήκατε», «Πήγα να δω τα νούμερα» ή «ΔΕΝ ΘΑ ΜΟΥ ΠΕΙΤΕ ΕΜΕΝΑ ΓΙΑ ΤΑ ΧΑΡΤΙΑ» (αυτό το τελευταίο συνήθως προς κάποιον από τους υπαλλήλους). Η ευγένεια και η κομψότητα συνοδεύουν πάντα αυτά τα ευχάριστα πρωινά στη χ. Είναι από αυτούς που το έχουν επάγγελμα. Και που, ενώ κάθεσαι ήσυχος κι αθόρυβος στη γωνίτσα σου, σε κοιτάνε και σου λένε: «Ε; Δίκιο δεν έχω;». «Όχι» θες να απαντήσεις, αλλά αντ’ αυτού χαμογελάς με κατανόηση.

Όταν έρθει η σειρά σου, ακόμα κι αν έχεις όλα τα χαρτιά, ακόμα κι αν μαζί σου έρθει ο Πατριάρχης Βαρθολομαίος για κύρος και ο Τομ Χάρντι για να πουλήσεις μούρη, δεν υπάρχει περίπτωση να μη σου ζητήσουν κάτι που δεν έχεις. Κι αν τα έχεις όλα, θα σου ζητήσουν να τους δώσεις ένα χαρτί από το οποίο δεν έχεις αντίγραφο. Κι έπειτα θα σου πουν να τρέξεις κάτω στο φωτοτυπικό και να τους το ξαναφέρεις. Κι όταν το κάνεις, περνάς με ύφος Κουίν Ελίζαμπεθ όλη την ουρά και πας στο γκισέ να το δώσεις. Και τότε έρχεται η δική σου σειρά να τσακωθείς με όλους εκείνους που νομίζουν ότι τους πήρες τη θέση και που αγνοούν ότι απλά παραδίδεις ένα χαρτί που χρωστάς (πόση ώρα θα κάνεις; 20 δευτερόλεπτα;). Καταραμένε Μέρφι!

Τότε είναι που ακούς τη φράση –κλειδί: «θα πρέπει να ανεβείτε στον 3ο στο Πρωτόκολλο».

Πραγματικά, αν ξανακούσω τη λέξη «Πρωτόκολλο» θα βάλω τις φωνές. Γιατί αφού ανέβεις στον 3ο, θα σε παραπέμψουν στο γραφείο του Διευθυντή. Κι από εκεί θα σου δώσουν μια αίτηση που ανάθεμα κι αν ξέρεις τι λέει και που πρέπει να την υπογράψεις και να την ξαναπάς κάτω.

Μέσα στις επόμενες μέρες, πρέπει να πάω ξανά στην χ για κάποια χαρτιά που χρειάζομαι. Και γράφοντας αυτό το κείμενο, ιδρώνω από το άγχος και τα νεύρα (προκαταβολικά, μόνο στη σκέψη).

Αλλά να σου πω κάτι;  Δεν πειράζει. Έχει κι αυτό την πλάκα του. Και σίγουρα σου δίνει ωραίες ιστορίες να διηγείσαι μετά.