Πέμπτη βράδυ… Καθόμαστε στο σπίτι με παρέα και παραγγέλνουμε από ένα ψητοπωλείο, από το οποίο είμαστε αραιοί πελάτες (έχει σημασία για τη συνέχεια η αδιάφορη -κατά τ’ άλλα- λεπτομέρεια).

Όταν ήρθε ο υπάλληλος στο σπίτι έγινε η καθιερωμένη… παράδοση-παραλαβή. «Η απόδειξη;» ρωτάω βλέποντας να μην είναι στη σακούλα. Και κάπου εκεί περιμένω μια όχι -άγνωστη σε πολλούς- στιχομυθία του τύπου: «την ξέχασα, θέλετε να πάω να σας τη φέρω;», «φέρτην την επόμενη φορά αλλά μην την ξεχάσεις άλλη φορά σε παρακαλώ».

Προς μεγάλη μου έκπληξη όμως πήρα την εξής αφοπλιστική απάντηση: «Δεν κόβουμε αποδείξεις κύριε»!

Ο αρχικός αιφνιδιασμός έδωσε τη θέση του σε μία εύλογη απορία μου: «Μα, αυτό είναι παράνομο… Πως το λέτε έτσι ευθέως χωρίς μάλιστα να γνωρίζετε τον συνομιλητή σας;». Ο ίδιος, καθότι απλά… αγγελιοφόρος με παρέπεμψε στον ιδιοκτήτη, «εάν και εφόσον ενοχλείστε».

Όπερ και εγένετο, μιλώντας τηλεφωνικά μαζί του. Εκεί ήρθε η δεύτερη έκπληξη, όπου όχι απλά μου ξεκαθάρισε ευθαρσώς πως στις τηλεφωνικές παραγγελίες δεν κόβει αποδείξεις αλλά επιπλέον… μου δημιούργησε και τύψεις λέγοντάς μου αυτολεξεί: «έχω υπαλλήλους και αν κόψω αποδείξεις, δεν βγαίνει κύριε».

Επειδή πλέον η «διαμάχη» είχε λάβει προσωπικό χαρακτήρα, ο υπάλληλος έφυγε χωρίς να πληρωθεί με τον όρο να επιστρέψει με απόδειξη. Κάτι που όντως συνέβη, λίγο αργότερα.

Ωστόσο, το ίδιο βράδυ αναρωτήθηκα τι είναι αυτό που κάνει έναν επαγγελματία (με καλό, σχετικά, όνομα στην περιοχή) να παίρνει ένα τέτοιο ρίσκο. Δεν αναφέρομαι φυσικά στο αν διαπράττει την παρανομία (καλώς ή κακώς, η φοροδιαφυγή μέσω των αποδείξεων που δεν κόβονται ζει ακόμη ένδοξες μέρες) αλλά στο ότι ομολογεί ευθέως σε γνωστούς και αγνώστους -επί τω έργω μάλιστα!- ότι το κάνει συνειδητά για την οικονομική του επιβίωση.

Να πρόκειται λοιπόν όντως περί θράσους; Ή μήπως ήταν πράξη απόγνωσης; Και φυσικά, όπως λένε, πριν οδηγηθείς σε κινήσεις απόγνωσης, έχεις ήδη οδηγηθεί στην απόγνωση…

Και κάπου εκεί θυμήθηκα τις εξοντωτικές εισφορές στους ελεύθερους επαγγελματίες και τους αυτοαπασχολούμενους, που οδηγούν πολλούς (πάρα πολλούς) προ της οικονομικής διάλυσης.

Θυμήθηκα και την αύξηση του ΦΠΑ στο 24% το περασμένο καλοκαίρι, που μάλιστα «ανάγκασε» πολλούς επιχειρηματίες να απορροφήσουν ολικώς ή μερικώς το επιπλέον κόστος για να διατηρήσουν πελατεία.

Θυμήθηκα και το υψηλό εργοδοτικό κόστος που προστίθεται στην αγωνία της οικονομικής επιβίωσης του επιχειρηματία, αλλά στον αντίποδα και την μαύρη εργασία που ζει και βασιλεύει.

Θυμήθηκα την κατανάλωση που έχει συρρικνωθεί σε τεράστιο βαθμό λόγω της τέραστιας απώλειας εισοδήματος των νοικοκυριών αλλά και την ασφυξία στην αγορά.

Θυμήθηκα το (αντι)επενδυτικό-σοκ που έχει συμβεί τα τελευταία 2 χρόνια σε μία χώρα που στα λόγια ψάχνει ανάπτυξη και στην χαρτιά την διώχνει.

Θυμήθηκα, τέλος, ότι μέσα σε 7 χρόνια Μνημονίων, ο ιδιωτικός τομέας έχει γονατίσει αλλά αντίθετα ακόμη να συμμαζέψουμε το «μαγαζάκι» του Δημοσίου, που συντηρείται από τους παράλογα υψηλούς φόρους που πληρώνει ο πρώτος και στερεί πολύτιμους πόρους από δραστηριότητες που θα οδηγούσαν σε ανάπτυξη.

Και είπα να μην αρχίσω τη… μελλοντολογία, γιατί κάτι πήρε το αυτί μου για επερχόμενη σφαγή στο αφορολόγητο.

Κάπου εκεί έκανα μια περίεργη σκέψη. Τον υπάλληλο να έρχεται την επόμενη φορά νομοταγής, με απόδειξη. Και να του λέω εγώ «δεν χρειαζόταν φίλε»…

Θα παραμείνει απλά σκέψη, βεβαίως. Αλλά ως πότε;

 

Tags: