Για μία ακόμη φορά στην μέχρι τώρα δημοσιογραφική μου πορεία, βίωσα κατά με την πρόσφατη περιπέτεια  του ΔΟΛ (στον «Βήμα 99,5») την δοκιμασία της υπαρξιακής κρίσης ενός Μέσου Ενημέρωσης.  Όπως μου είχε συμβεί και στον «Αδέσμευτο Τύπο», στον «Ελεύθερο», αλλά και σε άλλα περισσότερο βραχύβια μέσα, η αγωνία για έναν εργαζόμενο, από την διευθυντή μέχρι τον φύλακα, είναι κοινή και μοιάζει με τον φόβο μιας οικογενειακής απώλειας. Μάλιστα, σε αντίθεση με άλλες επιχειρήσεις , άλλων κλάδων, στην  συγκεκριμένη περίπτωση όχι μόνο δεν μπορεί κανείς να ρίξει το παραμικρό φταίξιμο στους εργαζόμενους ότι με «ριζοσπαστικές» μορφές διεκδίκησης δεδουλευμένων οδήγησαν στο λουκέτο, αλλά ισχύει το αντίθετο: Χάρη στην  ωριμότητα που επέδειξαν και μόνο, υπάρχει ελπίδα σωτηρίας.

Όποιος δεν το έχει ζήσει τι σημαίνει να χρηματοδοτείς ουσιαστική την επιβίωση της επιχείρησης με το κεφάλαιο των δεδουλευμένων  και τα έξοδα μετακίνησης,  δεν είναι εύκολο να το διαπιστώσει εύκολα. Όπως το να μην ξέρει κανείς τι είναι πιο βαρύ: Η ευθύνη της προσωπικής και οικογενειακής επιβίωσης ή το αφήσεις να χαθεί ουσιαστικό  ένα  μέρος  της ζωντανής ιστορίας του  τόπου.           

Φυσικά, όποιος συνάδελφος  θα υποστήριζε ότι υπήρχε τέτοιος κίνδυνος  για εργαζόμενους στον ΔΟΛ πριν από όχι πολλά χρόνια, θα κινδύνευε άμεσα με εγκλεισμό  στο Δρομοκαϊτειο με εισαγγελική παραγγελία.  Η συγκυρία της κρίσεις, μαζί με λάθη και παραλείψεις αδιαμφισβήτητα, όπως και ο ανθρώπινος παράγοντας (ποιος αμφιβάλλει ότι η απώλεια του Χρήστου Λαμπράκη πριν μερικά χρόνια δεν έπαιξε τον ρόλο της;) οδήγησαν σε μια κατάσταση αδιανόητη την προηγούμενη  δεκαετία. Σε όλα  αυτά θα πρέπει ακόμη να προστεθεί η τυχοδιωκτική διάθεση  μιας «λαίμαργης» για κομματικό έλεγχο κυβερνητικής εξουσίας, όπως αποδείχθηκε  και με το ζήτημα των τηλεοπτικών αδειών 

Σε ό,τι  αφορά τον ΔΟΛ, η  δικαστική εξέλιξη, σε συνδυασμό με την εν εξελίξει διαδικασία εκκαθάρισης, δημιουργεί τουλάχιστον την ελπίδα ότι ένας όμιλος  με εμβληματικούς για την χώρα τίτλους εφημερίδων μπορεί να διασωθεί. 

Δεν είναι η μοναδική περίπτωση βέβαια, ούτε το μοναδικό Μέσο ή όμιλος ΜΜΕ για το οποίο αυτή η καθοδική πορεία έμοιαζε να κινείται στον χώρο του φανταστικού ή του «εφιάλτη».

Η ατυχής κατάληξη άλλων κραταιών κάποτε ΜΜΕ,  όπως   της «Ελευθεροτυπίας» και της «Απογευματινής» νωρίτερα, είχαν δείξει με την εκκίνηση της κρίσης ήδη ότι τίποτε δεν μπορούσε να θεωρείται δεδομένο σε μια Ελλάδα που δοκιμάζεται σκληρά. Μόνο που όταν η εγγενής κρίση στον Τύπο συνδυάζεται με τις οικονομικές συνέπειες μια πρωτοφανούς μετά τον Β΄Παγκόσμιο Πόλεμο μείωσης εισοδημάτων, οι συνέπειες αυξάνονται με γεωμετρική πρόοδο και δεν αθροίζονται απλώς.

Ένας κλάδος που εξαρτάται σε τεράστιο βαθμό από τον πολίτη-καταναλωτή, είτε με την άμεση εισφορά του (αγορά εφημερίδας) είτε με την έμμεση (με την ενσωματωμένη στο κόστος του προϊόντος διαφήμιση), δεν μπορεί παρά να βλέπει τα εισοδήματα μειωμένα. Αν αυτό συνδυασθεί με την παράπλευρη πρόκληση του ανταγωνισμού από την ηλεκτρονικό Τύπο ή ακόμη και την ενημέρωση μεγάλης μερίδας του πληθυσμού από τα social media, το φαινόμενο παίρνει διαστάσεις κανιβαλισμού. “Elementary Watson”, όπως θα έλεγε ο Σέρλοκ Χολμς. Την ίδια ώρα που νέες αγορές ανοίγουν, άλλες κλείνουν, όχι τόσο γιατί δεν χρειάζονται, αλλά γιατί δεν μπορούν να προσαρμοσθούν. Μια και περί ΔΟΛ προηγουμένως ο  λόγος, την αναστολή κυκλοφορίας του καθημερινού «Βήματος», δεν μπόρεσε σε καμία περίπτωση να υποκαταστήσει η συνδρομή στην ηλεκτρονική του καθημερινή έκδοση. Η προσαρμογή των ειδών είναι χρήσιμη αρκεί, ορισμένοι φυσικοί οργανισμοί να μπορούν να την  αντέξουν. Αν,  σύμφωνα με την θεωρία της εξέλιξης των ειδών, ο  πίθηκος έγινε άνθρωπος,  δεν ισχύει το ίδιο με τους δεινόσαυρους που τους βλέπουμε μόνο στα Μουσεία…   

Οι εφημερίδες υπάρχουν και θα συνεχίσουν να υπάρχουν. Μόνο που είναι αφελής όποιος πιστεύει ότι με 10.000 sites στην Ελλάδα (και ίσως λίγα λέμε) θα έχει ενδιαφέρον την Τρίτη το μεσημέρι η είδηση  που έχει αναπαραχθεί από το μεσημέρι της Δευτέρας σε χιλιάδες ιστότοπους.  Όπως και σε κάθε τομέα της οικονομίας,  ή αξιοποιείς το συγκριτικό σου πλεονέκτημα ή δεν έχει λόγο ύπαρξης. Και αυτό το πλεονέκτημα είναι η άποψη, το σχόλιο, η ανάλυση και  το υποκρυπτόμενο πέρα από την είδηση της στιγμής. Τηρουμένων των αναλογιών το ίδιο ισχύει φυσικά και για τα υπόλοιπα Μέσα Ενημέρωσης που δεν τυπώνονται στο χαρτί. 

Ειδικά στην Ελλάδα όμως,  ο Τύπος πρέπει να αποτινάξει από πάνω του και την εικόνα ότι δεν ήταν απλώς ο σχολιαστής και αυτός που κατέγραφε τα γεγονότα της κρίσης, αλλά μία από τις γενεσιουργές αιτίες της.  Και είναι η ώρα της δικής του ευθύνης, όπως σε κάποιες περιπτώσεις με την ανοχή ή την συνενοχή του σε νοσηρές καταστάσεις να  έπαιξε τον ρόλο του που η χώρα βυθίστηκε σε τέλμα,  να πρωτοστατήσει για να βγει από αυτή. Τώρα που είναι η ώρα να σηκώσουμε τα μανίκια, είναι η ευκαιρία να δώσει το σύνθημα, μακριά από τους λαϊκισμούς του παρελθόντος.  Αν κάτι δεν έχει χάσει άλλωστε ακόμη ο Τύπος είναι η ικανότητά του να εμπνέει. Μια ματιά στα πρωτοσέλιδα της 28ης Οκτωβρίου του 1940 ή της 23ης Ιουλίου του 1974,  μπορεί να σας πείσει. Ιδού η Ρόδος…